Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Σαν τις «φλασιές που σου ’ρχονται στη ζωή»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η φωνή του, μεγαλώνοντας, έχει αποκτήσει περίσκεψη και αφηγηματικότητα. Εχει γίνει περισσότερο αμφίσημη, εγκαταλείποντας τις βεβαιότητες, ίσως και την προπέτεια, της νιότης, για μονοπάτια περισσότερο εξομολογητικά, γενναιόδωρα, μιας ήρεμης και με χιούμορ αυτοαναφορικότητας.

Σκέφτομαι συχνά ότι με τους στίχους του Διονύση Σαββόπουλου θα μπορούσα να συστηθώ, συνθέτοντας ένα ακριβές αυτοβιογραφικό σημείωμα όχι μόνο με ημερομηνίες που θεωρώ σημαντικές στη ζωή μου αλλά ένα περιεκτικό ημερολόγιο σκέψεων και συναισθημάτων. Να με ρωτούν και να απαντώ: «Τα κορίτσια τα κορίτσια δυο δυο βιαστικά/ στρίβουν από τη γωνία για να μπουν στο σινεμά» ή «όσα πουλιά κι αν μου χαρίσετε/ εγώ θα φύγω πάλι/ γιατί αγαπώ κάτι πουλιά/ μαύρα πουλιά – πουλιά πικρά/ πουλιά της δυστυχίας». Φυσικά και «η ζωή αλλάζει δίχως να κοιτάζει/ τη δική σου μελαγχολία/ κι έρχεται η στιγμή για ν’ αποφασίσεις με ποιους θα πας/ και ποιους θ’ αφήσεις». Περιορίζομαι στο «Φορτηγό», για λόγους τυπικά ειδησεογραφικούς, μιας κι αυτό παρουσίασε στον «Παρνασσό» για να γιορτάσει τα 50 χρόνια από την πρώτη του έκδοση. Ομως η αλήθεια είναι ότι έχω σιγομουρμουρίσει εμμονικά το «Σβήνω αυτό το φως/ βάλε για καφέ..», από τη «Ρεζέρβα», κι άλλα, πολλά. Στίχο στίχο του πορεύομαι, κι αυτό μπορώ να το επιβεβαιώσω τώρα, σε αυτήν την περίοδο της ζωής μου. Νεότερη, τραγουδούσα ξέγνοιαστα, με συγκίνηση πάντα και παλμό αλλά κάπως μηχανικά. Τώρα όμως ήρθε η ώρα που οι «εικόνες ξεχύνονται μεμιάς» και ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι εκεί για να τις ανατάξει όπως τα ταλαιπωρημένα από κατάγματα μέλη.

Σαν τις «φλασιές που σου ’ρχονται στη ζωή» (δική του η έκφραση από τη σκηνή του «Παρνασσού») συνθέτοντας μια μνήμη που μπορεί να μην αντιστοιχεί ακριβώς στα πραγματικά γεγονότα, αλλά αυτό λίγο ενδιαφέρει γιατί η προσωπική ιστορία του καθενός μας έχει την υπογραφή του συντάκτη της και όχι κάποιου διακεκριμένου επιστήμονα ιστορικού. Αυτήν τη φορά ο Διονύσης Σαββόπουλος διάλεξε μια σκηνή του 19ου αιώνα, τοπόσημο της αθηναϊκής κοινωνίας, πριν εκπέσει και στη συνέχεια αναγεννηθεί. Εχει σημασία η επιλογή, όπως και τα σημαιάκια, δίκην σκηνικού, διακριτική υπόμνηση μιας γιορτής, διαδρομή ζωής και όχι ξεφάντωμα.

Αναφερόμενος στα μικρά περιστατικά που συνέθεσαν τα τραγούδια του «Φορτηγού», υπογράμμισε πως αυτός είναι «ο δρόμος της καρδιάς»· και τον ακολούθησε. Είπε μια ιστορία της παιδικής ηλικίας του, όταν είδε για πρώτη φορά τον πατέρα του να τον κοιτά «με το βλέμμα ενός ανθρώπου που ανακαλύπτει έναν άλλον άνθρωπο...». «Ισως γι’ αυτό το βλέμμα διάλεξα αυτήν τη δουλειά», σχολίασε. «Για κάποιους, λίγους, θεατές που με κοιτούν με τον ίδιο τρόπο».

Είπε κι άλλα, πολλά και, κυρίως, έπραξε. Τι; Αφησε χώρο στους νεότερους, τη βραβευμένη συνθέτρια Κατερίνα Πολέμη, τον Θέμο Σκανδάμη και την Εύη Μάζη – τρεις νέους μουσικούς, τραγουδιστές και τραγουδοποιούς. Σταθερά κοντά του οι υπερ-δεξιοτέχνες Γιώτης Κιουρτσόγλου και Δημήτρης Λάππας, αλλά οι τρεις νέοι, αυτήν τη φορά, ήταν η δύναμη, αισιόδοξη και ορμητική, που αντλεί από την παράδοση και ανοίγει δρόμους.

Ο «Παρνασσός» έγινε έτσι τόπος συνάντησης διαφορετικών γενιών και αποχρώσεων. Η αυστηρή χωροταξία, των τακτοποιημένων θέσεων και σειρών για καθωσπρέπει εκδηλώσεις με ακαδημαϊκή αύρα, δεν απέτρεψαν τη «συνάντηση»· αντιθέτως, τη διευκόλυναν. Οπως όταν είσαι μικρός και ένας μεγαλύτερος, γονιός ή συγγενής, αναλαμβάνει να σε πάρει από το χέρι και να σε οδηγήσει ασφαλή σε κάποιον, όποιον, προορισμό. Η εσωτερική αταξία συμπορεύτηκε με την εξωτερική τάξη.

Ηταν η πρώτη, εξάλλου, φράση του Διονύση Σαββόπουλου, με το καλωσόρισμα, για να ερμηνεύσει το παραξένισμα: «Τι δουλειά έχω εδωπέρα; Ε, πώς; Το κατεστημένο έχει θρονιαστεί εκεί που χτίζουν τους πρυτάνεις και γκρεμίζουν τα αγάλματα. Ο “Παρνασσός” είναι η εναλλακτική πρόταση και, ενδεχομένως, επαναστατική»!

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ