Το τελευταίο εμπόδιο στην πορεία προς την απόλυτη ηγεμονία προσδοκά να υπερβεί ο Ταγίπ Ερντογάν στο δημοψήφισμα της Κυριακής. Εχοντας διατελέσει για περισσότερα από έντεκα χρόνια πρωθυπουργός και τρία πρόεδρος, αλλά με περιορισμένες εξουσίες, ο άνθρωπος που θέλει να αντικαταστήσει τον Κεμάλ Ατατούρκ στο τουρκικό εθνικό υποσυνείδητο δίνει τον υπέρ πάντων αγώνα για να αναθεωρήσει το σύνταγμα της χώρας του και να εγκαθιδρύσει ένα απολυταρχικό προεδρικό σύστημα εξουσίας, στο πλαίσιο του οποίου θα έχει υπό τον έλεγχό του την κυβέρνηση και τη Δικαιοσύνη, με το κοινοβούλιο σε έναν περισσότερο διακοσμητικό παρά ουσιαστικό θεσμικό ρόλο, καθώς απλώς θα καλείται να επικυρώνει τις επιλογές του.

Στην πορεία προς τον απώτερο στόχο συνεργάστηκε για χρόνια με τον ιμάμη Φετουλάχ Γκιουλέν, τον οποίο τώρα κατηγορεί ως προδότη και τρομοκράτη, και πιο πρόσφατα με το ακροδεξιό κόμμα της Εθνικιστικής Δράσης, καθώς είχε ανάγκη τις ψήφους του στην Εθνοσυνέλευση για την προκήρυξη του δημοψηφίσματος.

Ορόσημο στην πορεία του Ερντογάν αποτελεί το αποτυχημένο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, ημερομηνία που δεν προβάλλεται πλέον απλώς ως ημέρα μνήμης, αλλά της αποδίδονται και χαρακτηριστικά εθνικής επετείου. Για τον ισχυρό άντρα της Τουρκίας αποτελεί αφετηρία για την οικοδόμηση της νέας, «δικής του» Τουρκίας.

Λίγους μήνες μετά την απόπειρα, το «Κ» είχε την ευκαιρία να επισκεφτεί την Αγκυρα και να διαπιστώσει τις υλικές καταστροφές αλλά και την πολιτική αξιοποίηση μιας προφανώς τραυματικής εμπειρίας για κάθε χώρα και λαό.

Οι πληγές που άφησε το πραξικόπημα

Αναμφίβολα οι πιο σοκαριστικές εικόνες ήταν στην τουρκική Εθνοσυνέλευση. Το να περπατάς στο εσωτερικό ενός βομβαρδισμένου κοινοβουλίου, που εξ ορισμού αποτελεί το κορυφαίο σύμβολο δημοκρατίας, είναι επώδυνο, σε όποια χώρα και αν είσαι. Ακόμη περισσότερο όταν πρόκειται για τη γειτονική, με την οποία, παρά τις όποιες διαφορές μάς χωρίζουν και την επιθετική και συχνά προσβλητική ρητορική του Ερντογάν, υπάρχουν πολλά περισσότερα κοινά που μας ενώνουν.

Το σενάριο παίρνει δραματική, αν όχι τραγική, μορφή εάν αναλογιστεί κανείς ότι η επίθεση δεν έγινε από κάποια εχθρική δύναμη, αλλά από Τούρκους πιλότους και στρατιώτες. Οι εικόνες στο εσωτερικό του επιβλητικού κτιρίου της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης πληγώνουν κάθε άνθρωπο που πιστεύει στη δημοκρατία.

Το επόμενο ερώτημα είναι ποιος προκάλεσε την τραγική αυτή εξέλιξη, μαύρη κηλίδα στη σύγχρονη ιστορία της Τουρκίας. Kαι εδώ αρχίζουν οι συνωμοσίες περί δυτικού δακτύλου, που κορυφώνονται με αναφορές στον ρόλο της CIA. Η συντριπτική πλειονότητα των Τούρκων θεωρεί ότι οι Αμερικανοί ήταν πίσω από την απόπειρα. Αυτή είναι η αίσθηση που εισέπραξε το «Κ» στη διάρκεια ενημερώσεων από Τούρκους κυβερνητικούς αξιωματούχους, αλλά και συζητήσεις με βουλευτές και απλούς πολίτες στην Αγκυρα και στην Κωνσταντινούπολη.

Αυταρχικός, κυκλοθυμικός, συχνά αγενής και προσβλητικός έναντι πολιτικών αντιπάλων στο εσωτερικό, αλλά και λαών και ηγετών στο εξωτερικό, ο Ερντογάν με τη συμπεριφορά του έχει αφήσει άναυδη τη διεθνή κοινότητα.

Ως απόρροια μιας καλά ενορχηστρωμένης εκστρατείας παραπληροφόρησης, η κοινωνία βομβαρδίζεται καθημερινά με θεωρίες συνωμοσίας για τα σχέδια των «σταυροφόρων» της Δύσης να ανατρέψουν τον «πατερούλη» του τουρκικού έθνους και προστάτη του λαού. Δεν είναι μόνο ο «αμερικανικός ιμπεριαλισμός». Είναι και οι «Ευρωπαίοι φασίστες» και πρωτίστως τα «εγγόνια των ναζί».

Η απλουστευτική διαστρέβλωση της πραγματικότητας δεν αποτελεί καινούργιο φαινόμενο. Είναι γνωστή παθογένεια της Τουρκίας, η οποία συναντάται, δυστυχώς, σε πολλές χώρες της περιοχής, της χώρας μας μη εξαιρουμένης.

Η αντιπαράθεση με τη Δύση, που έχει πλέον αποκτήσει πρωτοφανή χαρακτηριστικά φθόνου και μίσους, ξεκινά από παλιά, αλλά κορυφώθηκε μετά τη συγκρατημένη αντίδραση των δυτικών χωρών στο πραξικόπημα, καθώς ο Ερντογάν πιστεύει, και το δηλώνει ευθέως, ότι η συμπεριφορά Αμερικανών και Ευρωπαίων αποδεικνύει πως, ακόμη και αν δεν είχαν οργανώσει το πραξικόπημα, ήθελαν την ανατροπή του, αν όχι τη φυσική του εξόντωση.

Εκτός από τη μετωπική σύγκρουση με τον εξωτερικό «εχθρό», ο Τούρκος πρόεδρος πάει στο δημοψήφισμα επενδύοντας και στη διαίρεση της τουρκικής κοινωνίας σε «εμάς» και σε «αυτούς». Προβάλλει ένα εκρηκτικό μείγμα εθνικισμού, με έντονη θρησκευτική φόρτιση.

Οι μισοί Τούρκοι τον θαυμάζουν, πιστεύουν όσα λέει και τον ψηφίζουν. Οι άλλοι μισοί όχι απλώς τον απορρίπτουν, αλλά και τον απεχθάνονται, δεν πείθονται από το πολιτικο-θρησκευτικό του αφήγημα και αγωνιούν για την «επόμενη μέρα».

Είναι γεγονός ότι στη διάρκεια της ηγεσίας Ερντογάν, από το 2003 μέχρι σήμερα, το βιοτικό επίπεδο των Τούρκων πολιτών έχει ανέβει, με τη μεγαλύτερη πρόοδο να έχει σημειωθεί στον τομέα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης. Υπό αυτό το πρίσμα δεν είναι τυχαίο ότι το κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης έχει αυξήσει τα ποσοστά του στη διάρκεια των τελευταίων ετών.

Ο 63χρονος ηγέτης διαθέτει ένα αναμφισβήτητο επικοινωνιακό χάρισμα. Δεν είναι τυχαίο ότι έχει κερδίσει τέσσερις συνεχείς εκλογικές αναμετρήσεις, τρεις βουλευτικές και μία προεδρική. Κατάφερε σταδιακά και μεθοδικά να διεισδύσει στα άδυτα του κρατικού μηχανισμού και να νικήσει εκ των έσω το βαθύ κράτος του κεμαλισμού, με αποτέλεσμα να είναι σήμερα αυτός ο κατεξοχήν εκφραστής των δημόσιων αλλά και των παρασκηνιακών δράσεων του κρατικού μηχανισμού. Αφαίρεσε εξουσίες από τις ένοπλες δυνάμεις που για δεκαετίες αποτελούσαν τον βασικό πυλώνα του κράτους, άλωσε τον χώρο της Δικαιοσύνης και τώρα επιχειρεί να υποβαθμίσει το κοινοβούλιο.

Οι πολίτες δηλώνουν περήφανοι για το γεγονός ότι τον περασμένο Ιούλιο βγήκαν στους δρόμους και σταμάτησαν ένα πραξικόπημα, προασπιζόμενοι τη δημοκρατία. Ο άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς θέλει να πιστεύει ότι το έκαναν γιατί τον λατρεύουν. Και όμως, ίσως να το έκαναν γιατί αγαπούν τη χώρα τους και τη δημοκρατία. ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ