«Έχω το ζιζάνιο μέσα μου», ανέφερε συχνά στα γραπτά του ο παππούς της, Αθανάσιος Ζενέτος, αργυροχόος από τη Στεμνίτσα Αρκαδίας, ο οποίος το 1905 πέρασε τον Ατλαντικό και έζησε για λίγο στις ΗΠΑ, για να γίνει καλύτερος στην τέχνη του. Τα δικά του χνάρια έμελλε να ακολουθήσει η Άρτεμις Ζενέτου. Το ίδιο «ζιζάνιο» –της διά βίου μάθησης, της διαρκούς βελτίωσης, της συλλογής γνώσεων και πολύτιμων εμπειριών– την οδήγησε στις Ηνωμένες Πολιτείες. 

Σπούδασε Ιστορία της Τέχνης, Μουσειολογία και Διοίκηση Μη Κερδοσκοπικών Οργανισμών και εργάστηκε σε διεθνείς και αμερικανικούς οργανισμούς: στο Πολιτιστικό Τμήμα της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Αποθεμάτων, στο Smithsonian Institution, στην Επιτροπή του 42ου Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών (Μπιλ Κλίντον) για Πολιτιστικές Πρωτοβουλίες και στην Παγκόσμια Τράπεζα, όπου ήταν εκείνη που οργάνωσε το πρώτο εικαστικό και πολιτιστικό τμήμα. Το 2002, «σε κλίμα ευφορίας και ανάτασης, εν όψει των Ολυμπιακών Αγώνων», όπως λέει, ήρθε στη χώρα μας ως διευθύνουσα σύμβουλος του Ιδρύματος Fulbright στην Ελλάδα. Από τη σύστασή του, το 1948, είναι η πρώτη Ελληνίδα και η πρώτη γυναίκα που βρίσκεται σε αυτή τη θέση.

Δεν πρέπει να ήταν εύκολη η απόφαση να φύγετε από τις Ηνωμένες Πολιτείες...

Όχι, δεν ήταν. Ιδιαίτερα με δεδομένο ότι ήμουν πολύ ικανοποιημένη από τη ζωή μου εκείνη την εποχή. Είχα τη δουλειά των ονείρων μου, στην Παγκόσμια Τράπεζα: ήταν σαν να χτίζαμε το Μουσείο του Κόσμου, δίνοντας σε πολλούς ανθρώπους την ευκαιρία να ξεπεράσουν τα εθνικά τους σύνορα μέσα από την τέχνη. Έκανα αίτηση στο Ίδρυμα Fulbright κι όταν έμαθα ότι είχα πάρει τη θέση, με έπιασε πανικός! Θεωρούσα ότι θα έμενα ένα δυο χρόνια στην Ελλάδα και θα επέστρεφα. Αλλά να που μετράω ήδη δεκαέξι χρόνια εδώ... Και είμαι εξίσου ευτυχής. Μου δόθηκε η δυνατότητα να γνωρίσω την πατρίδα μου μέσα από τη δεύτερη πατρίδα μου.

Άρα δεν τίθεται το δίλημμα «Ελλάδα ή ΗΠΑ»;

Όχι. Αγαπώ βαθιά και τις δύο χώρες. Τις θεωρώ σπίτι μου. Θα ήθελα να υπήρχε ένας μαγικός τρόπος να εργάζομαι στην Αμερική και το απόγευμα να κλείνω την πόρτα του γραφείου μου και να βρίσκομαι στην Ελλάδα! (Γέλια)

Ας υποθέσουμε ότι βρίσκεστε στο σαλόνι μιας μέσης ελληνικής οικογένειας, που δεν γνωρίζει ίσως τίποτα για το ίδρυμα, και πρέπει να τους μιλήσετε για τον Γουίλιαμ Φούλμπραϊτ και την προσφορά του. Τι θα τους λέγατε;

Ότι ήταν μια γοητευτική προσωπικότητα, ένας πεφωτισμένος Αμερικανός, ένα αγροτόπαιδο από το Άρκανσο που, έχοντας την ευκαιρία στα 21 του χρόνια να σπουδάσει ως υπότροφος Rhodes στην Οξφόρδη, συνειδητοποίησε πως ο δρόμος για να επιτευχθεί η ειρήνη στον κόσμο ήταν ένας: άνθρωποι από όλες τις χώρες να έρχονται σε επαφή ο ένας με τις παραδόσεις, την κουλτούρα και τις αξίες του άλλου. Δεν είναι ανάγκη να ενστερνίζονται το διαφορετικό. Αν όμως το γνωρίσουν και το κατανοήσουν, σίγουρα θα το αποδεχθούν – και θα γίνουν καλύτεροι συνομιλητές. Με αυτή την εμπειρία, ο Φούλμπραϊτ είχε την οξυδέρκεια και το όραμα να πείσει την αμερικανική κυβέρνηση να δημιουργήσει αυτό το εξαιρετικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα για την «προώθηση της καλής θέλησης διεθνώς, μέσα από την ανταλλαγή φοιτητών στον χώρο της εκπαίδευσης, του πολιτισμού και της επιστήμης». Ήταν μια επένδυση στη διεθνή συνεργασία, η οποία έδωσε και εξακολουθεί να δίνει καρπούς.

Πώς αποτιμάτε την παρουσία του ιδρύματος στη χώρα μας αυτά τα εβδομήντα χρόνια;

Η Ελλάδα ήταν η πρώτη χώρα στην Ευρώπη και η δεύτερη στον κόσμο που εντάχθηκε στο πρόγραμμα. Κι αυτό είχε να κάνει με την τραγική κατάσταση στην οποία βρισκόταν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και με την ανάγκη να ορθοποδήσει. Σήμερα οι σπουδές στις ΗΠΑ είναι εύκολες. Σκεφτείτε όμως πόση αξία είχαν οι υποτροφίες του εκείνα τα χρόνια, που κανείς έπρεπε να ταξιδεύει 11 μέρες για να φτάσει με πλοίο στη Νέα Υόρκη. Είναι πολλά τα Ελληνόπουλα που έφυγαν τότε από την τραυματισμένη πατρίδα μας, σπούδασαν και επέστρεψαν, για να συμβάλουν στην ανοικοδόμησή της. Υπάρχει όμως και άλλη μία, λιγότερο γνωστή, πτυχή της δράσης του Ιδρύματος Fulbright: μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’60, έδωσε υποτροφίες σε περίπου 2.500 παιδιά και για τέσσερα εν Ελλάδι σχολεία – το Κολλέγιο Αθηνών, το Ανατόλια, την Αμερικανική Γεωργική Σχολή, το Pierce College. Επίσης, μέχρι στιγμής έχουν δοθεί υποτροφίες σε περίπου 90 Αμερικανούς εκπαιδευτικούς. Σχεδόν όλοι, επιστρέφοντας στις ΗΠΑ, ενέταξαν τις ελληνικές σπουδές στο πρόγραμμά τους και ξαναγύρισαν στην Ελλάδα με μαθητές και γονείς. Κάποιοι άλλοι υπότροφοι έγραψαν βιβλία, μετέφρασαν ελληνική λογοτεχνία, διέδωσαν με ποικίλους τρόπους τις ελληνικές ιδέες. Το Ίδρυμα Fulbright έχει δημιουργήσει γενιές νέων φιλελλήνων. Κι αυτό έχει ανυπολόγιστη αξία. Επίσης, πρέπει να τονιστεί ότι μέσα σ’ αυτές τις επτά δεκαετίες δεν σταμάτησε να λειτουργεί ούτε μία μέρα – κι ας πέρασε δυσκολίες. Ειδικά την περίοδο της δικτατορίας, οι κυβερνώντες το αντιμετώπισαν με μεγάλη αυστηρότητα και καχυποψία, γιατί έβλεπαν ότι έδινε υποτροφίες σε κάποιους για να καταφέρουν να φύγουν από τη χώρα, να σωθούν. Λειτούργησε, δηλαδή, σαν Κιβωτός. 

 


Η κ. Ζενέτου με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλο, σε εκδήλωση για τον εορτασμό των 70 χρόνων του Ιδρύματος Fulbright στην Ελλάδα. 

 

«Brain circulation»

Ποιος είναι ο ρόλος της εκπαιδευτικής-πολιτιστικής διπλωματίας στο σημερινό, παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον; 

Είναι παγκοσμιοποιημένο μεν το περιβάλλον, αλλά είμαστε... ακούσιοι ταξιδιώτες, έχουμε την εμπειρία χωρών και καταστάσεων μέσα από virtual κανάλια. Το να πας σε έναν τόπο, να περπατήσεις στους δρόμους του, να μιλήσεις με τους ανθρώπους που ζουν εκεί δεν συγκρίνεται με τίποτε άλλο, δεν υποκαθίσταται από τίποτε άλλο. Έτσι μαθαίνεις μια χώρα, όχι μέσα από φωτογραφίες στο Instagram ή βίντεο στο Youtube. 

Ποιος είναι ο πυρήνας της φιλοσοφίας του Ιδρύματος Fulbright;

Αυτό που λέμε «brain circulation». Δίνουμε στους υποτρόφους (φοιτητές, επιστήμονες, καλλιτέχνες και εκπαιδευτικούς) τη δυνατότητα να ζήσουν και να σπουδάσουν στο εξωτερικό, για να επιστρέψουν καλύτεροι και να προσφέρουν στη χώρα. Δεν παρέχουμε διαβατήρια φυγής από την Ελλάδα. 

Υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις υποτρόφων που σας έχουν κάνει ιδιαίτερη εντύπωση;

Πολλές. Από τον Βολιώτη Νικόλαο Λυχναρόπουλο, που πήρε υποτροφία τη δεκαετία του ’60 και πριν από λίγα χρόνια κατέγραψε όλη την εμπειρία σ’ ένα συγκινητικό βιβλίο με τίτλο «Το ονειρικό ταξίδι», μέχρι έναν από τους καινούργιους μας Αμερικανούς υποτρόφους, που μεγάλωσε σε μια μικρή φάρμα στη Νεμπράσκα, έγινε εκπαιδευτικός και διάλεξε την Ελλάδα, γιατί τον γοητεύει η ιστορία της. 

Το κριτήριο επιλογής των υποτρόφων είναι η αριστεία;

Θα σας απαντήσω με κάτι που συνέβη πριν από λίγες μέρες, με ένα γκρουπ υποτρόφων που επέστρεψαν από κάποιο καλοκαιρινό πρόγραμμα. Ένας από αυτούς μου είπε: «Τελικά, δεν έχω καταλάβει γιατί με επιλέξατε. Υπήρχαν στην ομάδα άλλοι, πολύ καλύτεροι από μένα...». Σας απαντώ όπως απάντησα και στον ίδιο. Σαφώς πρέπει κανείς να πληροί τις προϋποθέσεις, αλλά η επιτροπή δεν εστιάζει μόνο στα τυπικά προσόντα. Βλέπει και τις προοπτικές κάθε υποψηφίου. Ποιον θα κάνει καλύτερο αυτή η υποτροφία; Ποιον θα βοηθήσει να «ανθίσει»; Ποιου τη ζωή θα αλλάξει; Ο άριστος των αρίστων θα τα καταφέρει και μόνος του.

Περιέργεια και κέφι

Το ίδρυμα δεν είναι προσωποπαγής οργανισμός, αλλά ποιο είναι το δικό σας «λιθαράκι» αυτά τα 16 χρόνια;

Κανονικά θα έπρεπε να το πουν οι συνεργάτες μου. Έχω μια εξαιρετική ομάδα συνεργατών και η συμβολή τους είναι ουσιαστική στο έργο του ιδρύματος. Αυτά που θα μπορούσα να αναφέρω είναι ότι έβαλα την Ελλάδα σε νέα προγράμματα στα οποία δεν συμμετείχε και ότι αξιοποίησα κάποιους συναδέλφους, ώστε να έχουν ακόμη πιο ενεργό ρόλο. Μέρος της εργασίας μου είναι και η ανεύρεση πόρων, το γνωστό fund raising, αν και ο όρος «friends raising» αποτυπώνει καλύτερα τη σχέση των δωρητών με το ίδρυμα. Ο ρόλος τους είναι ουσιαστικός για τη συνέχεια και την ανάπτυξη του προγράμματος υποτροφιών Fulbright. Υπάρχουν αρκετοί δωρητές που είναι φίλοι του ιδρύματος εδώ και πολλά χρόνια, σημαντικό όμως είναι ότι έχουμε και πολλούς νέους φίλους. Αλλά ακόμη μαθαίνω. Κι ακόμη αισθάνομαι τρομερή ευθύνη: το πλοίο το τιμόνι του οποίου κρατώ θέλω να βρίσκεται σε ασφαλή λιμάνια, να μην πάει τίποτα στραβά και, όταν θα έρθει η ώρα να το παραδώσω στον επόμενο... καπετάνιo, να ταξιδέψει ακόμη πιο μακριά.

Στους νέους που ονειρεύονται μια καριέρα όπως η δική σας τι θα λέγατε;

Να έχουν περιέργεια για τα πράγματα, να μιλούν σε ανθρώπους που θαυμάζουν, που αγαπούν τη δουλειά τους και την κάνουν με κέφι και μεράκι, να διδάσκονται από την εμπειρία τους. Και να μάθουν να διαχειρίζονται με σύνεση τις νίκες και τις ήττες τους. Το θέμα είναι τι μας μένει και από τα δύο...

Και πώς θα περιγράφατε την Ελλάδα σε έναν Αμερικανό που δεν την έχει ποτέ επισκεφθεί;

Ως μια χώρα που σου ξυπνάει όλες τις αισθήσεις. Ιδιαίτερα θα του μιλούσα για το φως της. Αγαπώ πολύ το λυκόφως, το τελευταίο φως της ημέρας. Σε αντίθεση με το «επιθετικό» φως του μεσημεριού, αυτό έχει μια επιείκεια... ■

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ