ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Το «χρυσό» κεφάλι που έμεινε χωρίς στέμμα

s15_280614_kocsis
kocsis

Στην μπαρουτοκαπνισμένη ακόμη Ευρώπη, στην «ανατολή» της δεκαετίας του 1950, το ποδόσφαιρο έψαχνε τρόπο να αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ηταν η εποχή που όλος ο κόσμος μιλούσε για μία ομάδα που όμοιά της δεν είχε εμφανιστεί ξανά: για τους πανίσχυρους Ούγγρους που σκορπούσαν τον τρόμο στο διάβα τους. Μέσα από αυτήν την ομάδα γεννήθηκαν πολλές ποδοσφαιρικές ιστορίες. Μία από αυτή ήταν και του Σάντορ Κότσις, του ανθρώπου με το «χρυσό κεφάλι», όπως τον χαρακτήριζαν λόγω της ικανότητάς του να σκοράρει με αυτόν τον τρόπο.

Γεννήθηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1929 στη Βουδαπέστη και σε ηλικία 14 ετών εντάχθηκε στο δυναμικό μιας μικρής ομάδας, της Κόμπανι. Ο ξυλουργός πατέρας του ήταν επίσης ποδοσφαιριστής, αλλά σταμάτησε πρόωρα το ποδόσφαιρο εξαιτίας ενός τραυματισμού. Το 1945, ήρθε το μεγάλο βήμα για τη Φερεντσβάρος με την οποία αγωνίστηκε για πέντε χρόνια. Η ένταξή του στον ουγγρικό στρατό το 1950 του έδωσε… μετάθεση για τη «στρατιωτική» Χόνβεντ στην οποία συνάντησε τους υπόλοιπους μύθους του ουγγρικού ποδοσφαίρου, όπως τον Φέρεντς Πούσκας και τον Ζόλταν Τσίμπορ.

Ο μεγάλος στόχος των Μαγυάρων ήταν η παγκόσμια καταξίωση με το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα. Ο Κότσις φόρεσε για πρώτη φορά το εθνόσημο το 1948 και έγινε μέλος μιας ομάδας που ακόμη και τώρα αγγίζει τα όρια της ποδοσφαιρικής φαντασίας. Η Ουγγαρία από το 1950 έως το 1956 σημείωσε 42 νίκες, 7 ισοπαλίες και μόλις μία ήττα. Η ήττα αυτή, όμως, ήταν η πιο οδυνηρή. Στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου, στις 4 Ιουλίου 1954, στη Βέρνη της Ελβετίας, η Δυτική Γερμανία δημιούργησε ένα «θαύμα» που ακόμη και σήμερα παραμένει ανεξήγητο. Στη φάση των ομίλων οι Ούγγροι είχαν διαλύσει τους Γερμανούς με 8-3 και στα πρώτα οκτώ λεπτά του τελικού ήταν μπροστά με 2-0. Το τελικό 3-2 υπέρ των Γερμανών έφερε στην επιφάνεια πολλές θεωρίες συνωμοσίας. Ο,τι κι αν ισχύει, όμως, η Ιστορία «έγραψε» πως αυτή η σπουδαία ομάδα έμεινε χωρίς τον τίτλο του παγκόσμιου πρωταθλητή. Αρκέστηκε στο χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο στους Αγώνες του 1952 στο Ελσίνκι και στην κατάκτηση του Κυπέλλου Κεντρικής Ευρώπης το 1953, το οποίο ήταν ο πρόδρομος του Κυπέλλου Εθνών και του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος.

Η Βέρνη θα γινόταν τόπος… μαρτυρίου για τον Ούγγρο και επτά χρόνια αργότερα, όταν στο ίδιο μέρος, το Βάνκντορφ Στάντιουμ, έχασε ακόμα έναν μεγάλο τίτλο, αυτόν του Κυπέλλου Πρωταθλητριών, ως παίκτης της Μπαρτσελόνα. Τον ρόλο της Γερμανίας «υποδύθηκε» η πορτογαλική Μπενφίκα.

Στο Π.Κ. του 1954 ο Κότσις ήταν ασταμάτητος. Σκόραρε 11 φορές, επισκιάζοντας ακόμη και το μεγάλο «αστέρι» της ομάδας, τον Φέρεντς Πούσκας. Βρήκε δίχτυα σε όλα τα παιχνίδια, εκτός από τον μοιραίο τελικό. Τρία γκολ με τη Νότιο Κορέα, τέσσερα με τη Δυτική Γερμανία στους ομίλους, δύο στον προημιτελικό με τη Βραζιλία και δύο στον ημιτελικό με την Ουρουγουάη. Ο Κότσις δεν είχε το ταλέντο του Πούσκας ούτε την τεχνική του ούτε τη φήμη του. Είχε, όμως, ένα σπάνιο ένστικτο στο σκοράρισμα, το οποίο του έδινε συχνά-πυκνά τον ρόλο του πρωταγωνιστή. Κάτι σαν τον Γκαρίντσα πίσω από τον Πελέ, όπως τον έχουν παρομοιάσει…

Η έκρηξη της ουγγρικής επανάστασης το 1956 ανοίγει ένα νέο κύκλο στη ζωή του. Το ταξίδι θα ξεκινήσει και θα τελειώσει στην Ισπανία. Εχει, όμως, κι έναν ενδιάμεσο σταθμό: την Ελλάδα.

Η χαμένη ευκαιρία του Εθνικού

Τον Νοέμβριο του 1956, ο Κότσις, μαζί με τους υπόλοιπους συμπαίκτες του της Χόνβεντ, βρίσκεται στην Ισπανία για μια αναμέτρηση με την Αθλέτικ Μπιλμπάο για το Κύπελλο Πρωταθλητριών. Η επανάσταση στην Ουγγαρία ξεσπάει και αρκετοί από τους Μαγυάρους αρνούνται να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Αρχικά ο Κότσις «δραπετεύει» για την Ελβετία, όπου αγωνίζεται στη Γιανγκ Φέλοους της Ζυρίχης.

Τον Απρίλιο του 1957, ο τότε πρόεδρος του Εθνικού, Δημήτρης Καρέλλας, θα προσεγγίσει τον Κότσις αλλά και τους Πούσκας και Τσίμπορτ, και θα τους φέρει στην Ελλάδα για να ενισχύσουν την εξαιρετική εκείνον τον καιρό ομάδα του Πειραιά. Τέτοιου είδους μεταγραφές θα αλλάζαν δραματικά τις ισορροπίες του ελληνικού ποδοσφαίρου, κάτι που οι μεγάλοι σύλλογοι δεν μπορούσαν να το δεχτούν. Το ΠΟΚ (Παναθηναϊκός, Ολυμπιακός, ΑΕΚ) αντέδρασε έντονα και με κάθε μέσο προσπάθησε να αποτρέψει τις σπουδαίες μεταγραφές. Με τη βοήθεια της ΕΠΟ, οι Ούγγροι δεν φόρεσαν ποτέ τη φανέλα του Εθνικού σε επίσημο παιχνίδι, με τον Πούσκας να ακολουθεί δρομολόγιο προς Μαδρίτη και τον Κότσις προς Βαρκελώνη.

Η Μπαρτσελόνα, στην οποία τότε μεσουρανούσε ο Λάσλο Κουμπάλα, υποδέχθηκε τον Κότσις, ανοίγοντάς του ένα ακόμη ένδοξο κεφάλαιο στην καριέρα του. Ο Μαγυάρος θα μείνει στην Καταλωνία για επτά χρόνια και θα κατακτήσει δύο πρωταθλήματα και δύο Κύπελλα Ισπανίας και ένα Κύπελλο Διεθνών Εκθέσων (μετέπειτα Κύπελλο UEFA).

Στη Βαρκελώνη ο Κότσις βρήκε το λιμάνι του. Αφού αποσύρθηκε άνοιξε ένα εστιατόριο και ασχολήθηκε περιστασιακά με την προπονητική. Η ζωή στην Ισπανία είχε απαλύνει σε μεγάλο βαθμό τον πόνο που του προκάλεσε η φυγή του από την Ουγγαρία.

Το τραγικό και άδικο τέλος μιας άνισης μάχης

Μετά το 1965, ο παλαίμαχος -πια- άσος της Μπαρτσελόνα περνούσε την υπόλοιπη ζωή του στην καταλανική πρωτεύουσα, ενώ το 1972 ανέλαβε την τεχνική καθοδήγηση της Χέρκουλες. Ολα, όμως, άρχισαν να αλλάζουν με καταιγιστικούς ρυθμούς. Ξαφνικά άρχισε να χάνει βάρος και διαγνώστηκε με λευχαιμία. Δεν το έβαλε κάτω και προσπάθησε να συνεχίσει με αξιοπρέπεια τη ζωή του, ανοίγοντας ένα μπαρ στη Βαρκελώνη το οποίο, όμως, του στοίχισε αρκετά χρήματα. Στη συνέχεια ήρθε ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα για τη γυναίκα του και το τελειωτικό χτύπημα ήρθε το 1978, όταν οι πόνοι στο στομάχι αποδείχθηκε ότι ήταν καρκίνος προχωρημένης μορφής. Πλέον, φάνηκε πως η άμμος στην κλεψύδρα του Κότσις αδειάζει. Από εκείνη τη στιγμή, σύμφωνα με τους οικείους του, έχασε κάθε ενδιαφέρον για τη ζωή, αφήνοντας σε αρκετές περιπτώσεις να εννοηθεί πως δεν άντεχε άλλο αυτό το βάσανο. «Υπάρχουν στιγμές που δεν έχει νόημα να ζεις», φημολογείται πως είπε κάποια στιγμή σε ένα φίλο του στη Βαρκελώνη.

Τον Ιούλιο του 1979, λίγο πριν συμπληρώσει τα 50 του χρόνια, εισήχθη εσπευσμένα στο νοσοκομείο Κιρόν της Βαρκελώνης, καθώς η κατάστασή του είχε επιδεινωθεί. Στις 22 Ιουλίου ο Κότσις έκανε το μοιραίο άλμα. Πήδηξε από το παράθυρο του δωματίου του στον τέταρτο όροφο, δίνοντας τέλος στη ζωή του. Κανένας δεν ήταν εκείνη τη στιγμή μαζί του, οπότε δεν αποκλείστηκε και η περίπτωση του ατυχήματος. Ωστόσο, όλες οι ενδείξεις συνέκλιναν προς το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας.

Τάφηκε στο νεκροταφείο του Μονζουίκ της Βαρκελώνης και 33 χρόνια μετά επέστρεψε στην πατρίδα του. Ανήμερα τη μέρα των γενεθλίων του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2012, οι στάχτες του μεταφέρθηκαν στη γενέτειρά του Βουδαπέστη, όπου με κάθε επισημότητα τοποθετήθηκαν δίπλα σε αυτές του ισόβιου φίλου του, Φέρεντς Πούσκας, στη βασιλική εκκλησία του Αγίου Στεφάνου.