ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Ο διάδοχος της μεγάλης σχολής των Μαγυάρων

o-diadochos-tis-megalis-scholis-ton-magyaron-2117379

Οταν η Ουγγαρία έχανε στη Βέρνη το 1954 το Παγκόσμιο Κύπελλο από τη Δυτική Γερμανία, σε έναν από τους πιο αινιγματικούς αγώνες της ιστορίας, εκείνος έκανε τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα. Μεγάλωσε, ακούγοντας τα κατορθώματα του Πούσκας, του Κότσις, του Τσίμπορ, του Χιντεγκούτι και των υπόλοιπων εκπληκτικών Μαγυάρων που, όμως, ποτέ δεν αξιοποίησαν το ταλέντο τους με έναν τίτλο ανάλογο των ικανοτήτων τους. Εκείνη η Ουγγαρία «έσβησε», παραδομένη στην εσωστρέφειά της και τα πολιτικά τερτίπια της εποχής. Ουδέποτε ανέκαμψε.

Ο Φλόριαν Αλμπερτ ήταν από τους λίγους αντάξιους συνεχιστές εκείνης της γενιάς. Γεννήθηκε στις 15 Σεπτεμβρίου 1941 σε ένα μικρό χωριό, το Χερτσεγκσάντο, κοντά στα σύνορα Ουγγαρίας και Γιουγκοσλαβίας. O πατέρας του ήταν σιδηρουργός και πάλευε δύσκολα να αναθρέψει αυτόν και τα δύο αδέρφια του. Η μητέρα του ήταν κροατικής καταγωγής και πέθανε όταν ο μικρός Φλόριαν ήταν μόλις δύο ετών. Λίγα χρόνια αργότερα, η οικογένεια μετακόμισε στην πρωτεύουσα Βουδαπέστη, όπου έδρευε η σπουδαία Φερεντσβάρος.

Μία μέρα, ο Αλμπερτ σε ηλικία 11 ετών, αποφάσισε να λάβει μέρος σε μία προπόνησή της, μετά το τέλος της οποίας οι άνθρωποι της ουγγρικής ομάδας έτριβαν τα χέρια και τα… μάτια τους με αυτά που έβλεπαν από τον πιτσιρικά. Η αρχική του θέση ήταν στην άμυνα, αλλά γρήγορα προωθήθηκε στην επίθεση.

Το επαγγελματικό του ντεμπούτο το πραγματοποίησε σε ηλικία 17 ετών, το 1958 και δεν έβγαλε από πάνω του τη φανέλα της Φερεντσβάρος, παρά μόνον έπειτα από 16 χρόνια, όταν αποσύρθηκε από την ενεργό δράση. Δεν άργησε να έρθει και η πρώτη συμμετοχή με το εθνόσημο στο στήθος, η οποία πραγματοποιήθηκε το 1959. Δίπλα του δεν είχε παίκτες της αξίας της προηγούμενης γενιάς, κατάφερε, όμως, να κρατήσει την Ουγγαρία σε ένα αρκετά υψηλό επίπεδο.

Το όνομά του απέκτησε παγκόσμια φήμη το 1962, στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Χιλής. Αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ της διοργάνωσης, με τέσσερα τέρματα, μαζί με τους Βραζιλιάνους Βαβά, Γκαρίντσα, τον Χιλιανό Σάντσες, τον Σοβιετικό Ιβάνοφ και τον Γιουγκοσλάβο Τζέρκοβιτς. Οι Μαγυάροι τερμάτισαν στην πέμπτη θέση, με τον Αλμπερτ να κατακτά τον τίτλο του καλύτερου νεαρού παίκτη του παγκοσμίου κυπέλλου.

Νωρίτερα, είχε φροντίσει να δώσει άλλη μία… γεύση στο ευρωπαϊκό κοινό.

Το 1959 είχε αναδειχθεί πρώτος σκόρερ στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Ελπίδων και έναν χρόνο αργότερα είχε κατακτήσει το χάλκινο μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ρώμης, σημειώνοντας πέντε γκολ.

Παράλληλα, άρχισαν να έρχονται και οι επιτυχίες με τη Φερεντσβάρος, η οποία κατέκτησε το Κύπελλο Εκθέσεων (μετέπειτα UEFA) επικρατώντας με 1-0 της Γιουβέντους στον τελικό που διεξήχθη στο Τορίνο. Η ευκαιρία για έναν δεύτερο ευρωπαϊκό τίτλο χάθηκε το 1968, όταν η Φερεντσβάρος, έχασε το τρόπαιο σε διπλούς τελικούς (1-0, 0-0) από την αγγλική Λιντς.

Το στυλ του ήταν αρχοντικό. Είχε ύψος λίγο πάνω από 1,80μ., ήταν αρκετά γρήγορος και είχε το ένστικτο του σκόρερ που διέθεταν όλοι οι σπουδαίοι σέντερ φορ.

Στην πατρίδα του τον αποκαλούσαν «αυτοκράτορα», ενώ όπως κάθε λευκός μπαλαδόρος  της  εποχής  είχε  και το προσωνύμιο «λευκός Πελέ».

Η καριέρα του απογειώθηκε το 1966, στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Αγγλίας, όπου παρότι δεν σκόραρε ούτε ένα γκολ, βρέθηκε στην κορυφαία ενδεκάδα της διοργάνωσης!

Μάγεψε και τους Βραζιλιάνους

15 Ιουλίου 1966. Στο Γκούντισον Παρκ του Λίβερπουλ, για τη 2η αγωνιστική του Γ΄ ομίλου του Παγκοσμίου Κυπέλλου της Αγγλίας, η Ουγγαρία επικρατεί της Βραζιλίας με 3-1 και 50.000 φίλαθλοι φωνάζουν ρυθμικά το όνομα του Αλμπερτ. Μπορεί να μη σκόραρε, αλλά έκανε όλα τα υπόλοιπα, δίνοντας δύο ασίστ και ταλαιπωρώντας συνεχώς τη βραζιλιάνικη άμυνα. Ο ενθουσιασμός μεταφέρθηκε και από τον Τύπο της εποχής που δεν άργησε να προχωρήσει στις… διαχρονικές υπερβολές. «Ο Αλμπερτ είναι ο πραγματικός Πελέ» έγραφαν τα ΜΜΕ στην Ουγγαρία, ενώ ένας Αγγλος δημοσιογράφος επιστρατεύοντας το φλεγματικό του χιούμορ είχε δηλώσει: «Αν επέστρεφα σπίτι μου και έβρισκα τη γυναίκα μου στο κρεβάτι με τον Αλμπερτ, αμέσως θα έτρεχα στην κουζίνα να του ψήσω καφέ!».

Η εμφάνισή του ήταν τέτοια που λατρεύτηκε ακόμη και στη Βραζιλία. Εκτοτε τον καλούσαν να λάβει μέρος σε φιλικούς αγώνες στη χώρα του καφέ, έλαβε πρόσκληση να αγωνιστεί με τη Μεικτή Κόσμου σε αναμέτρηση για την επέτειο της ανεξαρτησίας της Βραζιλίας, ενώ η Φλαμένγκο έσπευσε να του προσφέρει πλουσιοπάροχο συμβόλαιο συνεργασίας! Ο Αλμπερτ, όμως, δεν είχε σχέδια φυγής από την Ουγγαρία, όπως είχαν τα προηγούμενα αστέρια των Μαγυάρων. Ηταν πιστός στο καθεστώς και ευχαριστημένος με όσα απολάμβανε στη Φερεντσβάρος. «Η μεταγραφή σε ομάδα του εξωτερικού δεν συμβαδίζει με τη σοσιαλιστική αθλητική ηθική» συνήθιζε να τονίζει.

Τα κατορθώματά του εκείνη την περίοδο του χάρισαν και μια μοναδική διάκριση. Το 1967 το «Φρανς Φουτμπόλ» του απένειμε τη Χρυσή Μπάλα, και ακόμη μέχρι σήμερα είναι ο μοναδικός Ούγγρος ποδοσφαιριστής που έχει λάβει αυτή την κορυφαία ατομική διάκριση.

Ο «Αυτοκράτορας» αποχώρησε με όλες τις τιμές

Ο Αλμπερτ βρισκόταν στην καλύτερη περίοδο της καριέρας του. Μία στιγμή, όμως, ήταν αρκετή για να αλλάξει τα πάντα. Στις 15 Ιουνίου 1969, σε αγώνα με τη Δανία για τα προκριματικά του Μουντιάλ, συγκρούστηκε με τον τερματοφύλακα Ενγκενταλ, με αποτέλεσμα να σπάσει το πόδι του. Εμεινε περίπου έναν χρόνο μακριά από τους αγωνιστικούς χώρους και όταν γύρισε δεν ήταν πια στην ίδια κατάσταση. Στα 33 του, το 1974, κατάλαβε και ο ίδιος ότι είχε έρθει το πλήρωμα του χρόνου για να πει το μεγάλο αντίο. Εν τω μεταξύ είχε παντρευτεί την ηθοποιό Ιρέν Μπάρσονι το 1963 και το 1967 είχε αποκτήσει τον γιο του, Φλόριαν Αλμπερτ Τζούνιορ, ο οποίος έγινε επίσης ποδοσφαιριστής.

Στο τελευταίο του ματς, στις 17 Μαρτίου 1974, κόντρα στη Ζαλάεγκερσεγκ, ο Αλμπερτ πέρασε ως αλλαγή και σκόραρε. Με τη λήξη της αναμέτρησης, έλαβε δώρα από συμπαίκτες και αντιπάλους, έτρεξε να υποκλιθεί στους οπαδούς και αποχώρησε στους ώμους των συμπαικτών του. Δοκίμασε να ασχοληθεί με την προπονητική στην Αλ Αχλί της Βεγγάζης στη Λιβύη χωρίς μεγάλη επιτυχία και όταν επέστρεψε στην Ουγγαρία εργάστηκε από διάφορα πόστα στη Φερεντσβάρος. Από τεχνικός διευθυντής μέχρι επίτιμος πρόεδρος. Το 2007, μάλιστα, το γήπεδο της Φερεντσβάρος πήρε το όνομά του, μέχρι το 2014 όταν στη θέση του κατασκευάστηκε το υπερσύγχρονο Groupama Arena.

Στις 27 Οκτωβρίου 2011 υπεβλήθη σε επέμβαση στην καρδιά και παρά την αρχική ανακοίνωση ότι όλα πήγαν καλά, ο Αλμπερτ στις 31 Οκτωβρίου υπέστη επιπλοκές και εξέπνευσε. Η κηδεία του μεταδόθηκε σε απευθείας τηλεοπτική σύνδεση, ενώ η ομάδα του φρόντισε να τιμήσει με ιδιαίτερο τρόπο τη μνήμη του. Στον πρώτο αγώνα της, τα φώτα στο «Φλόριαν Αλμπερτ» έσβησαν, οι οπαδοί άναψαν κεριά και τον αποχαιρέτισαν με ένα πανό που ανέγραφε: «Ο Θεός θα είναι μαζί σου Αυτοκράτορα».