ΒΙΒΛΙΟ

Μετά το θαύμα

meta-to-thayma0

ΘΑΝΟΣ ΚΑΠΠΑΣ
Πώς πάνε τα πράγματα
εκδ. Εστία, σελ. 122

meta-to-thayma0Θα μπορούσε να συμβεί οπουδήποτε και οποτεδήποτε, αλλά υπάρχει πάντα μια συγκεκριμένη στιγμή που επιβάλλεται στις αισθήσεις, ένα κέντρισμα κατάστηθα, που κατατέμνει τη χρονική ροή. Αυτό το ακαριαίο ερέθισμα αλιεύει ο Θάνος Κάππας από τις διηγηματογραφικές ζωές των ηρώων. Κάθε κούραση, εξάντληση και απογοήτευση σαρώνονται, σαστίζουν μπροστά στην ανέλπιστη στιγμή. Μπροστά στο αναπάντεχο κάθε άλλο συναίσθημα υποχωρεί, προκειμένου οι αισθήσεις να το υποδεχθούν. Υπάρχει ένα πριν και ένα μετά, το οποίο κατατροπώνει καθετί που προϋπήρξε. Μετά το θαύμα ενεδρεύει ο όλεθρος. Μετά τη φωτοχυσία το φως λιγοστεύει, η αναλαμπή του θρυμματίζεται και οι ήρωες αποσύρονται στο ιδιωτικό τους σκοτάδι.

Eνας άνδρας, τσακισμένος από τα οικογενειακά άχθη, βλέπει τυχαία μια παλιά ερωμένη του. Η αιφνίδια παρουσία της άνοιξε μια ρωγμή. Oπως λέει ο άνδρας, «βρήκα μια τρύπα εκεί στο συνεχές και τρύπωσα». Εκεί μέσα θυμήθηκε τη μουσική που έλουζε εκείνη την παλιά καλοκαιρινή αγάπη, «νότες-κρύσταλλα» τον τύλιγαν «στην ασημένια κλωστή τους». Ωστόσο, η πραγματικότητα διεμβολίζει την ηχητική ανάμνηση, υπό μορφή ήχου επίσης. Ο άνδρας ακούει το τρίξιμο της κούνιας, την αλυσίδα που μετατοπίζει στον αέρα το σώμα της κόρης του, και έχει την αίσθηση πως η εικόνα των δυο τους τρίζει και αυτή, καθώς στριμώχνεται «ανάμεσα στις τόσες εικόνες του κόσμου». Το διήγημα είναι ενδεικτικό της ικανότητας του Κάππα να υποδεικνύει το υποβόσκον νόημα των λεπτομερειών. Διακρίνοντας στα χείλη τής γυναίκας του μια στυφή έκφραση πικρίας, χνάρι μιας απολιθωμένης θλίψης, ένας άνδρας δραπετεύει από την αποκαρδιωμένη όψη της, για να θυμηθεί το θαύμα που η ίδια υπήρξε κάποτε. Από την ταβέρνα, όπου λιμνάζουν και οι δύο περίλυποι, μεταφέρεται στη μαγική, εκτυφλωτική νύχτα του πρώτου σμιξίματος, σε ένα καλοκαίρι εκστατικό.

Eνα ανδρόγυνο ταξιδεύει προς έναν σκαμμένο λάκκο, όπου θα αποθέσουν το νεκρό σκυλί τους. Κάθε στιγμιότυπο του ταξιδιού προοικονομεί το ξέσπασμα ενός θρήνου. Κατακαλόκαιρο και ο καιρός ψυχρός, «μια απρόσμενη εισβολή του φθινοπώρου στο καλοκαίρι». Ο ουρανός απειλητικός, «γεμάτος επάλληλες σειρές από σύννεφα που ανέβαιναν με ταχύτητα στο στερέωμα». Μπροστά στον τάφο του σκύλου, ο άνδρας και η γυναίκα, ενωμένοι σε ένα αγκάλιασμα νωπό από τα δάκρυα και τη βροχή, συλλογίζονται την έγγαμη δυστυχία τους, ένα μόνιμο πένθος. Τα δάκρυα της γυναίκας του δανείζεται και ένας άλλος άνδρας, ακούγοντάς την να αναχαράζει τις ματαιώσεις της, ενόσω ο ανεμιστήρας στην οροφή της κρεβατοκάμαρας ανακατεύει έναν πηχτό αέρα.

Τα πρόσωπα των διηγημάτων υποφέρουν από μια λύπη ρηχή, από την οποία δεν φαίνεται παρά μόνο η επιφάνειά της. Ο Κάππας σκάβει επιτήδεια αυτή την επιφάνεια, υποδηλώνοντας τον αθέατο βυθό απ’ όπου αναβλύζει η απελπισία. Ο πόνος νοτίζει το υπέδαφος των λέξεων. Μια γυναίκα πηγαίνει να βρει τον εραστή της, απελπισμένη από τη δυσκολία της μετακίνησης. Δεν την αποθαρρύνει η προοπτική της συνεύρεσης, αλλά όλες οι εκκρεμότητες που μεσολαβούν μέχρι την εκπλήρωσή της, εκκρεμότητες πρακτικές, αλλά κυρίως ψυχικές, που οφείλονται στην άνοια της μητέρας της. Η ανοϊκή μητέρα έχει καταντήσει ένα σκέλεθρο του αλλοτινού, ερωτικού της σώματος. Μια ομορφιά που δυστύχησε. Η τυραννική της αρρώστια μοιάζει να μέμφεται τις διεκδικήσεις της όμορφης κόρης.

Μολονότι η γραφή του Κάππα εμφανίζεται υποτονική και βραδύκαυστη, αναρριπίζεται διαρκώς από τους τριγμούς ενός επικείμενου σεισμού. Eνας βρασμός ανεπαίσθητος πυρώνει τις λέξεις και αναταράσσει τις αισθήσεις. Και είναι αυτή ακριβώς η απειλή της υπέρβασης του ορίου αντοχής, που αποδίδει στους ήρωες τον βαθύ χρόνο της θλίψης τους.