ΒΙΒΛΙΟ

«Μια σειρά από ξέπνοα και παράκαιρα μουρμουρητά»

«Μια σειρά από ξέπνοα και παράκαιρα μουρμουρητά»

DANIEL SCHNEIDERMANN 
Βερολίνο, 1933. Η στάση του διεθνούς Τύπου μπροστά στον Χίτλερ
μτφρ. Γιώργος Καράμπελας
εκδ. Πόλις, σελ. 448
 
Ποιες είναι οι ύψιστες δημοσιογραφικές αρετές; Η αντικειμενικότητα, η νηφαλιότητα, οι ίσες αποστάσεις από τα πρόσωπα που εξιστορούν ένα γεγονός. Καταστατικές αρχές του Τύπου δηλαδή, που δεν θα μπορούσαν να μην εμπνέουν τις διεθνείς ανταποκρίσεις από τη ναζιστική Γερμανία, σωστά; Ιδού μερικές ενδεικτικές: «Πολύ καλά μαγειρεμένο» ήταν το φαγητό στο Νταχάου, σύμφωνα με ένα λαβράκι των New York Times· «απαγορεύονται οι διαφυλετικοί γάμοι», έγραφε λιτά και περιεκτικά το Newsweek για τις αποφάσεις του συνεδρίου του ναζιστικού κόμματος στη Νυρεμβέργη το 1935. 

Τα παραπάνω παραδείγματα ίσως αντιμετωπίζονται σήμερα με τον τρόμο, την έκπληξη ή και την πικρή συγκατάβαση που προσφέρει η ασφάλεια της εκ των υστέρων ιστορικής γνώσης. Ωστόσο, ο Ντανιέλ Σνεντερμάν, κριτικός των ΜΜΕ για λογαριασμό της Libération και διευθυντής της ιστοσελίδας Arrêt sur images, τα συγκέντρωσε στην έρευνά του με τίτλο «Βερολίνο, 1933. Η στάση του διεθνούς Τύπου μπροστά στον Χίτλερ», προκειμένου να δείξει ότι οι ξένοι ανταποκριτές που δεν απελάθηκαν από τη Γερμανία μετά την εκλογική νίκη των ναζί τον Ιανουάριο του 1933, γνώριζαν τι συνέβαινε. Γιατί λοιπόν, οι περισσότεροι δεν είπαν κάτι;

Γιατί τους χαρακτήριζε μια «γνωσιακή αδυναμία να συλλάβουν το αδιανόητο». Γιατί η ναζιστική λογοκρισία δεν άφηνε περιθώρια. Και εδώ τελειώνουν τα ελαφρυντικά: ο φόβος μην τυχόν και χάσουν τις πηγές τους, η αυτολογοκρισία, τα φιλοναζιστικά αισθήματα ορισμένων, ο αντικομμουνισμός αρκετών εργοδοτών τους, αλλά και στάσεις όπως αυτή του ανταποκριτή του Associated Press Λούις Λόχνερ, ο οποίος πρότεινε «να δώσουμε μια ευκαιρία στο νέο καθεστώς».

H έρευνα του Σνεντερμάν αναδεικνύει ως διαχρονικά ιδανικά το θάρρος και τη διορατικότητα δημοσιογράφων όπως ο Εντγκαρ Ανσελ Μάουρερ και η Ντόροθι Τόμπσον ή εφημερίδων όπως η L’Humanité. Εξηγεί επίσης γιατί καμιά φορά η αντικειμενικότητα οδηγεί απλώς σε «μια σειρά από ξέπνοα και παράκαιρα μουρμουρητά». 

«Για να αγγίξει μια πληροφορία τις συνειδήσεις και τις καρδιές», γράφει κάπου ο Σνεντερμάν, «πρέπει να περιέχει και συναίσθημα. Συναίσθημα φανερό, συναίσθημα συγκρατημένο, συναίσθημα καταπνιγμένο. Ο αναγνώστης είναι πάντα σε θέση να αισθανθεί την έστω και συγκρατημένη συγκίνηση του δημοσιογράφου που μεταδίδει την πληροφορία. Ομως, όσο φρικτή και αν είναι, μια είδηση που παρατίθεται χωρίς ίχνος συναισθήματος θα σκοτώσει κάθε συναίσθημα και στο πνεύμα του αποδέκτη της».