ΜΝΗΜΟΝΕΥΟΝΤΑΣ

H «συντριπτική ωραιότητα» του Δημήτρη Φατούρου

Ο Δημήτρης Φατούρος (1928-2020), από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες και ζωγράφους της γενιάς του, συγγραφέας και ποιητής, συνδιαμόρφωσε τον ελληνικό μεταπολεμικό μοντερνισμό (φωτ. Γιωργος Τριανταφυλλου).

Τι σας εμπνέει; «Η κίνηση ενός βήματος, ένα θρόισμα, ένα βλέμμα», μου είπε πρόσφατα. «Ο χώρος είναι ένα σύμπαν, ο εαυτός μας και οι άλλοι. Γίνεται, υπάρχει αρχιτεκτονική χωρίς τον άνθρωπο;». 

Συνδετικός κρίκος Αθήνας-Θεσσαλονίκης, ο Μίμης Φατούρος αγάπησε τα μέρη γύρω από την Ακρόπολη αλλά κυρίως τον «μεγαλειώδη, ερωτικό κόλπο» του Θερμαϊκού. Ο ίδιος έγραψε: «Η θάλασσα ακουµπάει /σχεδόν ρυθµικά /στις τσιµεντένιες όχθες / Μια πόλη». 

Ευγενικός, τολμηρός, ενθουσιώδης. Πέθανε πριν από λίγες μέρες, έπειτα από  βραχεία νοσηλεία στο Ιατρικό Διαβαλκανικό Θεσσαλονίκης, σε ηλικία 92 ετών. Πλήρης εμπειριών, έχοντας ζήσει μια πολύπλοκα απλή ζωή. Αναζητώντας με πάθος το ελάχιστο, το κενό και το τίποτα στο «ίχνος του χρόνου». Αγάπησε και αγαπήθηκε. Με τον έρωτα βασικό «κανόνα» στο Συντακτικό της Αρχιτεκτονικής του Σύνθεσης και ολόκληρης της ζωής του.

Ο Δημήτρης Φατούρος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1928. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ. Από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες και ζωγράφους της γενιάς του, συγγραφέας και ποιητής, συνδιαμόρφωσε τον ελληνικό μεταπολεμικό μοντερνισμό. Αγγιξε τον καµβά και το ρυζόχαρτο µε την ίδια δυναμική ιχνογράφησης. Η στιβαρή γεωμετρία του ανεπίχριστου σκυροδέματος αναμετρήθηκε με τη ρευστή καμπυλότητα των εικαστικών του χαράξεων. Η διδασκαλία με την πρακτική. Η πολιτική με την τέχνη. 

Ο Δημήτρης Φιλιππίδης, ομότιμος καθηγητής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ, σημειώνει: «Δύσκολα χωράει ο Μίμης Φατούρος σε μικρή γυάλα, σαν ένα αιχμάλωτο τζίνι. Τις μαγικές του ικανότητες πιστοποιούν τα όσα άφησε πίσω του, σταλαγμένα μέσα στις ψυχές όσων τον άκουσαν και τον διάβασαν. Διυλισμένα μέσα σε αρχιτεκτονικές της ελάχιστης χειρονομίας που μοιάζουν περισσότερο με εικαστικά έργα. Σχεδίαζε όπως ένας ζωγράφος και σκιτσάριζε όπως ένας ποιητής χαϊκού. Κι όσα έβγαιναν από τα χέρια του ήταν ερωτικές εξομολογήσεις στο θαύμα της ζωής».

Καθηγητής και πρόεδρος του τμήματος Αρχιτεκτόνων, κοσμήτορας και πρύτανης ΑΠΘ, επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Πατρών και Θεσσαλίας, επισκέπτης καθηγητής στο Yale. Ιδρυτικό μέλος του Ελληνικού Ινστιτούτου Αρχιτεκτονικής, Πρόεδρος του Πανελληνίου Συλλόγου Αρχιτεκτόνων και του Κρατικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης.  

Δεν φοβήθηκε να εμπλακεί στην κεντρική πολιτική σκηνή διεκδικώντας τον εκσυγχρονισμό του δημόσιου πανεπιστημίου. Γενικός διευθυντής Ανώτατης Εκπαίδευσης επί Κωνσταντίνου Καραμανλή (1974) και υπουργός Παιδείας επί Ανδρέα Παπανδρέου (1993). Το 1986 συνεργάστηκε µε τη Μελίνα Μερκούρη στον πολιτισμό. Με κοινωνική και πολιτική συνείδηση, συμμετείχε ενεργά στον δημόσιο διάλογο. Υπήρξε μάλιστα υποψήφιος δήμαρχος Θεσσαλονίκης το 1990, εκπροσωπώντας ολόκληρη την Κεντροαριστερά.
Από τα σημαντικότερα υλοποιημένα δημόσια έργα του είναι το πρωτοποριακό γυμνάσιο-λύκειο στον Λαγκαδά, η πολύπαθη Εθνική Πινακοθήκη και τα Αρχαιολογικά Μουσεία Καβάλας, Φιλίππων και Πολυγύρου. Το αγαπημένο του ήταν το Κλειστό Κολυμβητήριο της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, το οποίο πριν από δύο μήνες ανακηρύχθηκε ομόφωνα Σύγχρονο Διατηρητέο Μνημείο από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων και το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο.

O Δημήτρης Φατούρος κατόρθωσε να σχεδιάσει την ατμόσφαιρα του χώρου. Κολύμπησε σ’ ένα τόπο φωτεινό και κρυστάλλινο, σκηνοθετώντας μια απαράμιλλη υγρή τοπιογραφία. Πελώρια διαυγή υαλοστάσια υποδέχονται τη θάλασσα, τη θέα, το φως και τον ανοιχτό ορίζοντα. Ενα αδρό μπετονένιο κέλυφος εγκιβωτίζει τη φύση: το νερό. Αυτό με τη σειρά του αντανακλά τον ουρανό, ακτινοβολεί λιακάδα και στραφταλίζει μέχρι τον πυθμένα. Ενα κλειστό-ορθάνοικτο κολυμβητήριο. 

Η φονξιοναλιστική αρχιτεκτονική του τρύπωσε μέσα από μια «σχισμή και μια εγκοπή» και έγινε λέξεις. Μετουσιώθηκε σε πέντε σπάνιες ποιητικές συλλογές και πλήθος άρθρων και βιβλίων για την τέχνη και την αρχιτεκτονική. Η ποίηση του Ρεμπό εμπότισε τα έργα του. Ο ίδιος ρούφηξε την «Ασκητική» του Καζαντζάκη, την «Ερηµη Χώρα» του Ελιοτ, τη «Νοσταλγία» του Ταρκόφσκι, το «Θέατρο του Ηλιου» της Μνούσκιν.

Φίλος του Τζον Κέιτζ, του Στρατή Τσίρκα, του Αράτα Ισοζάκι, του Πίτερ Μπρουκ. Ανθρωπος σε διαρκή αναζήτηση. Ολη του η ζωή μια ταλάντωση σε χορδές φωτός. Αφησε ίχνη σωματικότητας συνταιριάζοντας τη φύση στις κατοικίες που σχεδίασε: Καζάζη στη Θεσσαλονίκη, Λάγια στο Μαρκόπουλο, Τσουκαλά στην Αίγινα μεταξύ άλλων. 

Το 2009, το τµήµα Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ, το ΕΙΑ και ο Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Θεσσαλονίκης, τον τίμησαν µε την καταπληκτική έκθεση «Δημήτρης Φατούρος: Οι νέες πραγματικότητες και η συνεχής αναζήτηση» για το σύνολο του πολύπλευρου έργου του, η οποία ένα χρόνο μετά μεταφέρθηκε στο Τελλόγλειο Ιδρυμα Τεχνών ΑΠΘ. Οι K&K Architects (Κατερίνα Κοτζιά και Κορίνα Φιλοξενίδου), επίκουρες καθηγήτριες στο τμήμα Αρχιτεκτόνων του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, θυμούνται: «Το 2009 σχεδιάζουμε την αναδρομική έκθεση για τον Δημήτρη Φατούρο στο Μουσείο Μπενάκη σε επιμέλεια του Λόη Παπαδόπουλου και της Σοφίας Τσιτιρίδου. Ο Φατούρος είναι παρών και συγχρόνως κρατά αποστάσεις από τη διαδικασία. Απομακρύνεται από τον εαυτό του και ξαναεπιστρέφει σε αυτόν, θεατής και, συγχρόνως, έκθεμα. Στον ρυθμό και στη συχνότητα της αβίαστης εναλλαγής των δύο αυτών ρόλων μπορέσαμε να δούμε –όπως κανείς βλέπει μέσα από μια σχισμή– τον ευφυή τρόπο με τον οποίο προσέγγιζε την αρχιτεκτονική».

Μαθήτευσε δίπλα στον ζωγράφο Παναγιώτη Μάρθα, στον Πικιώνη, τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα και τον Μιχελή, επηρεάστηκε από τον Τσίγκο. Αντλησε εικόνες από τα ταξίδια του στο Ναύπλιο, τη Σαντορίνη και την Κρήτη. Εμπνεύστηκε από τη χρωματική παλέτα του τόπου ώσπου να συναντήσει την αφαίρεση της σινικής μελάνης. Εξαιρετική ήταν η αναδρομική έκθεση του ζωγραφικού του έργου «Εικαστική δίοδος – Αρχείο 1966» στο Πολιτιστικό Κέντρο Θεσσαλονίκης του ΜΙΕΤ (2017), σε επιμέλεια του Χριστόφορου Μαρίνου.
Οι τίτλοι που έδινε στα έργα του απρόσμενοι. Μικρά σονέτα. «Ενας ξαπλωμένος νεαρός, ίσως σε εκδρομή στην εξοχή, κοιτάζει ανέμελα τον ουρανό».  «Η φυγή που ξεσκίζει την καρδιά». «Είμαι κύριος της σιωπής». «Συντριπτική ωραιότητα». Πληθωρικός, νεωτεριστής, γενναιόδωρος, ο Μίμης Φατούρος ήταν πάνω από όλα στοχαστής και δάσκαλος. Με πνευματική διαύγεια και συναισθηματική ευγένεια, αναζητούσε την ποίηση στον διάλογο, έχοντας πάντα νεανικό βλέμμα και χιούμορ. 

Ο Λόης Παπαδόπουλος, ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, επισημαίνει: «Στον Δημήτρη Φατούρο ταιριάζει, ίσως, μια έννοια του Hans Ulrich Obrist: “enabler”. Διότι ο δάσκαλος Φατούρος καθιστούσε δυνατή την ανάδυση ακόμη και ενός ίχνους, μιας παραμικρής αρχιτεκτονικής ή άλλης ευαισθησίας ενός φοιτητή, μιας φοιτήτριας ή και κάθε συνομιλητή του και την καθοδήγηση του μετασχηματισμού αυτής της ευαισθησίας σε μια ποιητική διατύπωση. Αυτό είναι ένα δώρο. Αυτή η σπάταλη γενναιοδωρία, υπήρξε, πιστεύω, το ταλέντο του, το κίνητρο ζωής, το αίνιγμα της ισόβιας νεότητας αυτού του γέροντα των ενενήντα δύο χρόνων».

* Η κ. Τζίνα Σωτηροπούλου είναι αρχιτέκτονας