ΒΙΒΛΙΟ

Ο μετρονόμος της μνήμης

Ο μετρονόμος της μνήμης

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΑΛΑΜΠΑΝΙΔΗΣ
Largo
εκδ. Πόλις, σελ. 150
 
Ανάμεσα στις ταλαντώσεις ενός μετρονόμου ο χρόνος μεταμορφώνεται σε μουσική, σε ένα μαυλιστικό φάσμα. Στην πρώτη του λογοτεχνική εμφάνιση ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης (γεν. 1980) ξεδιπλώνει τη γραφή του σε αδιόρατες παύσεις των δεικτών του ρολογιού. Σε αυτά τα φαντασιακά διαστήματα ο ασάλευτος χρόνος διαστέλλεται σε στιγμιότυπα που αναβιώνουν στον νου με τη θαλερότητα της πρώτης τους βίωσης. Ομως, η διαφυγή από τον χρόνο ενέχει τον κίνδυνο μιας ανήκεστης μετοικεσίας. Ο αφηγητής του εναρκτήριου διηγήματος επαναλαμβάνει στο διηνεκές την ίδια διαδρομή, μόνο για να απολαύσει μερικές ώρες τα φιλιά της αγαπημένης του σ’ ένα ακρογιάλι. Κάθε φορά, στον δρόμο της επιστροφής, διαπίστωνε πως ήταν «από χρόνια πολλά πια πεθαμένος». Ενα όνειρο, που ανάθαλλε ανάμεσα στις χαραμάδες του αιώνιου ύπνου, αποδεικνυόταν πως ήταν ο έρωτας και στο καταληκτικό διήγημα, που εκτυλίσσεται σε ένα αΐδιο ακρογιάλι.  

Ο ήδιστος χρόνος σκιάζεται από την απειλή μιας ανέκκλητης διακοπής. Αυτή την απειλή, της εξορίας από τα καλοκαίρια, αναλογίζεται ο αφηγητής στο διήγημα «Ενας κήπος», παραθερίζοντας στο εξοχικό των γονιών του. Στην ευδία παρείσδυε η νοσταλγία ενός χαμένου κήπου, καθώς φοβόταν πως στην επόμενη ταλάντωση του μετρονόμου θα έβρισκε το σπίτι του «ερειπωμένο, με την πόρτα ανοιχτή και ξεχαρβαλωμένη, να το χτυπάει ο αέρας και η δυνατή βροχή, άδειο και σκοτεινό χωρίς ψυχή μέσα του». Δίχως να το ξέρουν, αυτή η εκδίωξη από την Εδέμ απειλεί τους νέους που χορεύουν εκστατικά σε ένα μπαρ, έξω από το οποίο μαίνεται μια πρωτοφανής θεομηνία. Δέσμια μιας ανεμοδαρμένης πολίχνης, που «ισορροπούσε στην άκρη ενός κοφτερού γκρεμού», τα ευδαίμονα νιάτα γλεντοκοπούν «σε ένα ύψωμα λίγα μέτρα πριν την άβυσσο των βράχων». Την ίδια στιγμή, ένας χθόνιος Μορφέας ετοιμαζόταν να πνίξει στη λήθη την εφηβική βακχεία και να κοιμίσει σε όνειρο τη θνησιγενή χαρά.

Νομίζω πως το καλύτερο διήγημα είναι «Ο προορισμός ενός νησιού», όπου ο θάνατος ενός ναυτικού βιώνεται σαν κοσμογονία. Ολόκληρα κομμάτια γης χάνονται από τους χάρτες της μνήμης του και καταβυθίζονται σαν Ατλαντίδες στις θάλασσες όπου άλλοτε ταξίδεψε. Στο πεδίο του φανταστικού κινείται και το «Largo», όπου οι κάτοικοι μιας πόλης μαρμαρώνουν αιφνίδια από ένα ακαριαίο πάγωμα του χρόνου. Για την ερμηνεία του συμβάντος, ο αφηγητής καταφεύγει στη μουσική. Αν κάθε ύπαρξη τανύζεται στον ρυθμό «ενός εσωτερικού μετρονόμου που κουρδίστηκε όταν άρχισε ο χρόνος να υπάρχει», οι μαρμαρωμένοι συνέχιζαν να αναπνέουν σε μια ασύλληπτη συχνότητα, «σε ένα αδιανόητα αργό largo».

Απολαυστική είναι η χρονική ιλαροτραγωδία στο διήγημα «Ωράριο εργασίας», όπου ένας ευσυνείδητος υπάλληλος επιμένει να χτυπάει κάρτα, ακόμη και μετά θάνατον, ενόσω οι σάρκες του ξεκολλούν από το κοστουμαρισμένο κουφάρι του. Εφιαλτικές ήταν οι εργασιακές συνθήκες και για τους υπαλλήλους μιας εταιρείας που αποκόπηκε από τα κεντρικά και έμεινε ακυβέρνητη σε ένα χρονικό χάος. Παγιδευμένοι στα γραφεία τους, αφού κάθε άλλη έννοια του κόσμου ήταν πια ξένη για αυτούς, οι υπάλληλοι περίμεναν την τελεσίδικη άδεια του θανάτου για να γλιτώσουν από το αφόρητο ωράριο της αιωνιότητας.
Τα διηγήματα του Μπαλαμπανίδη αποτυπώνουν σπουδές μιας χορογραφίας ωροδεικτών. Εξερευνούν με πρωτοτυπία τις «απέραντες εκτάσεις που ορίζει» ο χρόνος και συνάμα τις μεταλλαγές του ψυχισμού κατά τη διέλευση αυτών των εκτάσεων. 

Η ακαδημαϊκή σκέψη συναρμόζεται με τη διάθεση για χιούμορ, ενώ η ικανή στις παραλλαγές γλώσσα δοκιμάζεται σε διαφορετικές τονικότητες. Στο τέμπο του μετρονόμου σβήνει το αδέκαστο τικ τακ των ρολογιών και ο χρόνος διαχέεται σε μια φανταστική, μαγεμένη επικράτεια.