ΒΙΒΛΙΟ

Λέξεις πολύτιμες και λυτρωτικές

lexeis-polytimes-kai-lytrotikes-561188125

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ
Ηταν μια αποκάλυψη  

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ
Ο λύκος της στέπας
μτφρ.: Γιώργος Δεπάστας
εκδ. Μίνωας, σελ. 301
 
Τον «Λύκο» μού τον χάρισε κάποτε ένα κορίτσι που μάλλον με είχε «ψυχολογήσει» καλύτερα από όσο ο ίδιος τον εαυτό μου. Το βιβλίο του Εσσε ήταν για εμένα, περισσότερο από αποκάλυψη, μια επιβεβαίωση πολλών πραγμάτων που υποπτευόμουν ή και είχα ξεχωρίσει σε άλλες αναγνώσεις, στο σινεμά και στην τέχνη γενικότερα. Ηρωάς του είναι ο Χάρι Χάλερ, ένας διανοούμενος μοναχικός άνδρας που ζει μέσα στην καρδιά του μικροαστικού κόσμου, με έναν τρόπο γοητευμένος από εκείνον, ενώ ταυτόχρονα τον απεχθάνεται βαθιά. Η πάλη που γίνεται μέσα του είναι διττή και πανάρχαια: αυτή ανάμεσα στη φύση και στο πνεύμα. Ακόμα και η λαχτάρα της ευτυχίας τού προκαλεί νευρικότητα και τον κάνει διστακτικό.

Από καιρό σε καιρό επιστρέφω ξανά στον «Λύκο της στέπας», ακολουθώ το φιλοσοφικό και ενδοσκοπικό μονοπάτι του, γοητεύομαι κάθε φορά από φράσεις όπως το «από ένα χορευτικό κέντρο που προσπέρασα, έφτασε στα αυτιά μου καυτή και άγρια, σαν τη μυρωδιά του ωμού κρέατος, μια δυνατή μουσική τζαζ». 

Με συγκινεί ο τρόπος που ο Χάρι καταφεύγει στη φαντασία προκειμένου να ξεφύγει από μια αφόρητη για εκείνον πραγματικότητα και θαυμάζω το ελεύθερο πνεύμα και τον διαρκή αγώνα του, ακόμα και στις περιπτώσεις που γνωρίζει εξαρχής πως είναι καταδικασμένος. Είναι βέβαιο πως ο Εσσε εξομολογείται στον «Λύκο» μεγάλο μέρος των δικών του ανησυχιών και παρορμήσεων, κάνοντάς το μάλιστα με μια γενναιότητα που μόνο έμπνευση μπορεί να αποτελέσει, ακόμα και σήμερα, σχεδόν έναν αιώνα μετά τη συγγραφή του.

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ
Ενα τραγούδι για τη ζωή  

ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ
Η ζωή εν τάφω
εκδ. Εστία 

Πρωτοδιάβασα τη «Ζωή εν τάφω» σε μια χαρτόδετη έκδοση του Βιβλιοπωλείου της Εστίας, από το 1959. Είχε ζωγραφιές του Μάριου Αγγελόπουλου και ήταν η 14η έκδοση, η 45η χιλιάδα. Ανέλπιστη διαδρομή στο σώμα της κοινωνίας, αλλά αν διαβάσει κανείς Μυριβήλη, όποιο βιβλίο φέρει την υπογραφή του, καταλαβαίνει αμέσως αυτή την υποδοχή, που είναι ανάγκη περισσότερο. Οσο για τη «Ζωή εν τάφω», είναι μια αντιπολεμική βίβλος, περισσότερο όμως ένα τραγούδι για την ίδια τη ζωή, ένα τραγούδι πηγαίο, από τα σπλάχνα και την ψυχή.

Εκτοτε διάβασα τη «Ζωή εν τάφω» άλλες δύο φορές, και θέλω να πιστεύω ότι θα την ξαναδιαβάσω. Οχι τόσο για την πλοκή, που είναι και αυτή σπουδαία, στον μαύρο περίγυρο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όσο για τη σωματοποιημένη εμπειρία από την ύπαρξη στο χείλος, αυτό το αίσθημα που σε πλημμυρίζει, σε ξεπερνάει, σε διευρύνει, σε αποσπά από κάθε γήινο και κάθε εφήμερη τρέλα της ζωής.

Ο Μυριβήλης είναι μάστορας της γλώσσας και της υπαρξιακής αναζήτησης με έναν τρόπο που κυκλοφορεί στο αίμα και βγαίνει στην ανάσα. Εχει μείνει στην ιστορία της μνήμης το απόσπασμα με την παπαρούνα που ανθίζει στο χαράκωμα, ένα τραγούδι ελπίδας αλλά πόσο πικρό και γλυκό μαζί, αληθινό σαν το λασπωμένο και σβολιασμένο χώμα που έδωσε και αυτό ζωή.

ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ
«Να ζεις έστω και μια μέρα»  

ΒΙΡΤΖΙΝΙΑ ΓΟΥΛΦ
Η κυρία Νταλλογουέη
μτφρ.: Κωστούλα Μητροπούλου
εκδ. Γαλαξίας – Ερμείας, σελ. 227
 
Πόσο πλούτο μπορεί να διαθέτει ένα 24ωρο; Πόσο δαιδαλώδες εξαντλητικό μπορεί να είναι; Ανεξάντλητα, είναι η απάντηση της Βιρτζίνια Γουλφ στην «Κυρία Νταλλογουέη». Στις 227 πυκνογραμμένες σελίδες συναντάς τον εαυτό ενός «εγκλεισμού». Εντελώς διαφορετικό από τον σημερινό, της πανδημίας, αλλά είναι κι αυτό ένα ταξίδι απρόβλεπτο, άστατο, ταραγμένο, μέσα από αδιάκοπους συλλογισμούς/συνειρμούς, επισκέψεις προσώπων, εσωτερικές κυρίως, παρατηρήσεις και αισθήσεις της κεντρικής ηρωίδας του. Ισως γι’ αυτό, ενστικτωδώς, επέστρεψα στην παλιά εκείνη έκδοση του ιστορικού «Γαλαξία» (1978). Στην «ανεμοθύελλα» μιας άλλης μέρας, της δικής μας, χωρίς μετακινήσεις.

Μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στο κοσμοπολίτικο Λονδίνο του 1923, η μεσήλικη Κλαρίσα Νταλογουέι, ως άψογη οικοδέσποινα, προετοιμάζει άλλη μία κοσμική συγκέντρωση. Το Μπιγκ Μπεν υπενθυμίζει το αμετάκλητο πέρασμα του χρόνου κι εκείνη, είτε βρίσκεται στη φασαρία των δρόμων είτε στο σπίτι της, με τους υπηρέτες, μπροστά στο τραπεζάκι με την αλληλογραφία της, «βλέπει», επί της ουσίας, τη ζωή που δεν έζησε. Κατακλύζεται από αναμνήσεις, ονόματα, φαντάσματα, γεύματα και γάμους, ζωντανούς και νεκρούς, στρατιώτες, γιατρούς, εντυπώσεις λογικές και άλογες* ένα διαρκές βύθισμα σε βίους διαφορετικούς και παράλληλους, ένας απολογισμός και μια διαδρομή ζωής σε ένα 24ωρο. «Είχε πάντα την αίσθηση πως ήταν πολύ, πάρα πολύ επικίνδυνο να είσαι ζωντανός, να ζεις έστω και μια μέρα».

ΝΙΚΟΛΑΣ ΖΩΗΣ
«Βοήθα την κατάσταση»  

ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ
Στη σωφρονιστική αποικία
μτφρ.: Βασίλης Τσαλής
εκδ. Κίχλη, σελ. 190
 
Την πρώτη φορά, ήμουν μεταξύ εφηβείας και ενηλικίωσης (επίσημης τουλάχιστον). Βαριά επιλογή ως ανάγνωσμα, τα έχει όμως αυτά η αυταρέσκεια της νιότης. Οπως έχει και συνέπειες: τότε, δεν πολυκατάλαβα τη νουβέλα «Στη σωφρονιστική αποικία» του Φραντς Κάφκα. Ούτε αντιλήφθηκα κάποια «προφητεία των ολοκληρωτισμών του 20ού αιώνα». Κάτι που θα θυμόμουν για καιρό ήταν η ατμόσφαιρα του βιβλίου: τόσο ζοφερή και στεγνή, που σε στοίχειωνε.  Πώς αλλιώς όμως να αφηγηθείς μια ιστορία για μια μηχανή τρομακτική, που εγγράφει με θανάσιμες ακίδες στα γυμνά σώματα των ενόχων το παράπτωμά τους; Πώς να περιγράψεις τον αξιωματικό που λατρεύει την όλη διαδικασία και τον μορφωμένο ταξιδιώτη που την παρακολουθεί θλιβερά αμέτοχος; Τον ενδιέφεραν κάτι τέτοια τον Κάφκα το 1914. Σύμφωνα με το επίμετρο της «Κίχλης», είχε υπόψη του παρόμοιες εξιστορήσεις από τις γαλλικές αποικίες.

Επιστρέφοντας χρόνια αργότερα στη νουβέλα, έμπειρος κατά μία επιπλέον «Δίκη», είχα σχηματίσει άποψη. Περισσότερο από «προφητεία των ολοκληρωτισμών», στη «Σωφρονιστική αποικία» διάβαζα μια γενεαλογία τους. Η τεχνική ως υποκατάστατο του θεού, η βιοπολιτική, η γνώση ως αιτία της απάθειας, ήταν μερικές ακόμα πτυχές του σύγχρονου πολιτισμού που πίστευα ότι είχα εντοπίσει. Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τα Χριστούγεννα; Αν μιλάμε για μερικές μέρες διαφυγής, καμία. Αν χωρέσουν και τη γενική αλλά σοφή προτροπή «βοήθα την κατάσταση», κάτι γίνεται.

ΓΙΟΥΛΗ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ
Ενα ταξίδι απελευθερωτικό  

ΣΕΛΙΝ
Ταξίδι στην άκρη της νύχτας
μτφρ.: Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου
εκδ. Εστία, σελ. 638
 
Ηταν κατακαλόκαιρο σε παραλία των Κυκλάδων όταν το πρωτόπιασα στα χέρια μου, ελαφρώς λαδωμένα από το αντηλιακό με άρωμα καρύδα. Με είχαν προειδοποιήσει, δεν είναι βιβλίο διακοπών. Από την άλλη, ακούγοντας από φίλους και συναδέλφους ότι πρόκειται για ένα από τα αριστουργήματα του 20ού αιώνα, σκέφτηκα να αξιοποιήσω τον ελεύθερο χρόνο γεμίζοντάς τον με τις περισσότερες από 600 σελίδες του. Ακόμη και σήμερα που το διέτρεξα εκ νέου, δυσκολεύτηκα πολύ να το αφήσω. Εχει κάτι το παράταιρο εθιστικό το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας». Είναι ένας κόσμος βουτηγμένος στον θάνατο και στο σκοτάδι, στην τρέλα και στη βία, ένας κόσμος με τα σωθικά σε κοινή θέα, σοκαριστικός, ωμός και άγριος, που κάνει το στομάχι σου να σφίγγεται, σε απωθεί και την ίδια στιγμή δεν σ’ αφήνει να κουνήσεις. Ακολουθείς τον νεαρό Μπαρνταμού από το πρώτο εκείνο αυθόρμητο σάλτο που τον στέλνει στα χαρακώματα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τα νοσοκομεία και τα ψυχιατρικά άσυλα, την Αφρική, τη Νέα Υόρκη, την Ευρώπη, τον παρακολουθείς σε κάθε βήμα του ταραχώδους βίου του να παραληρεί από πυρετό, έρωτα και φόβο. Με μια γλώσσα ανελέητη που τσακίζει κόκαλα, ο Σελίν σε παρασύρει σ’ ένα ταξίδι στα πιο ανήλιαγα μέρη της ανθρώπινης φύσης. Κι όμως, την ίδια στιγμή, όση μοχθηρότητα και κυνισμός κι αν ξεχειλίζουν απ’ τις λέξεις του, όση λύπη κι αν υπάρχει πασαλειμμένη στα πρόσωπα των ηρώων του, στο τέλος αυτό το ταξίδι σε αναζωογονεί και σε απελευθερώνει, γιατί η αλήθεια είναι πάντα λυτρωτική. 

ΜΑΡΩ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ
Η δική μου οθόνη «προβολής»  

ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΪ
Αννα Καρένινα
μτφρ.: Αρης Αλεξάνδρου
εκδ. Αγρα, σελ. 1.264
 
Υποθέτω ότι δεν έχει σημασία πόσες φορές έχω διαβάσει το μυθιστόρημα. Ούτε να επαναλάβω για το συγγραφικό μέγεθος του Τολστόι, την αφηγηματική ικανότητα, την έκταση και την ποιότητα της λογοτεχνικής σύνθεσης – το έχουν κάνει ο Ναμπόκοφ, ο Φόκνερ, ο Κούντερα. 

Ο θαυμασμός ήρθε στην αρχή, κατά την πρώτη ανάγνωση. Προφανώς, από ένα σημείο και μετά, έπαψα να το διαβάζω ολόκληρο, αφού η πλοκή υπάρχει πλήρης στο μυαλό μου. Συνήθως επιστρέφω στις σελίδες που έχω ανάγκη. Αλλοτε θέλω να θαυμάσω τη μεταμορφωτική ικανότητα των συναισθημάτων στην περίφημη σκηνή του πρώτου χορού, όταν η γοητεία του νεαρού αξιωματικού αρχίζει να μεταμορφώνει τη συγκρατημένη Καρένινα στη διάρκεια ενός βαλς. Αλλες θέλω να θυμώσω, οπότε ξαναδιαβάζω την αντίδραση του Βρόνσι όταν πλέον έχει κατακτήσει την Αννα. Μια φορά χρησιμοποίησα το μυθιστόρημα για να αντλήσω ιστορικές πληροφορίες για τη Ρωσία στο τέλος του 19ου αιώνα. Και μια φορά βάλθηκα να ψάχνω τα σημεία της ψυχολογικής μεταστροφής των δύο βασικών ηρώων για να διαπιστώσω αν ο συγγραφέας τούς άφηνε περιθώριο να ανατρέψουν την ολέθρια κατάληξη. Γιατί στην πορεία των χρόνων κάτι άλλο αναζητώ σε κάθε επιστροφή, κάτι που ταιριάζει στην ψυχική μου κατάσταση κάθε φορά. Ετσι ώστε το μυθιστόρημα, τόσο οικείο πια, να γίνει η οθόνη όπου προβάλλω τις δικές μου ιστορίες.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ
Λιμάνι και προορισμός  

ΤΖΟΖΕΦ ΚΟΝΡΑΝΤ
Τα νιάτα
μτφρ.: Aρης Μπερλής
εκδ. Αγρα, σελ. 112 

Ο Τζόζεφ Κόνραντ μπορεί να έγραφε για θάλασσες και ωκεανούς, για τρικυμίες και ναυάγια, για σκοτεινά, φιδίσια ποτάμια ή για μοναχικούς τύπους σε τροπικά νησιά, όμως η λογοτεχνία του είναι λιμάνι, προορισμός – τουλάχιστον για τον γράφοντα, και ειδικά σε τέτοιους καιρούς μονόχνοτου, περίκλειστου βίου.

Τα «Νιάτα», αυτοβιογραφική νουβέλα που δημοσιεύθηκε το 1898, είναι η αφήγηση ενός ναυαγίου που έζησε ο συγγραφέας: ήταν 25 ετών όταν, σε ένα ταξίδι του ως ναυτικός από το Λονδίνο στην Μπανγκόκ, το πλοίο ναυάγησε ανοιχτά της Σουμάτρας.

Μοιάζει παράταιρος ο τίτλος ως προς το περιεχόμενο, έτσι δεν είναι; Κι όμως: ο Κόνραντ δεν αφηγείται μονάχα μια θαλασσινή καταστροφή, τον θανάσιμο κίνδυνο και την αγωνία που έπεται. Στέκεται στο πώς η νιότη μπορεί να βιώσει κάτι ακραίο: σα μια πρόκληση, ένα στοίχημα, μια εμπειρία ανταμοιβής ακόμα.

Η ελληνική έκδοση έχει ένα αδιαφιλονίκητο προσόν: τη μετάφραση και το επίμετρο του Αρη Μπερλή. Μικρό δείγμα: «Α τα νιάτα! – η φλόγα τους, λαμπρότερη από τις φλόγες που έκαιγαν το πλοίο, ρίχνει ένα μαγικό φως στην πλατιά γη, ορμά παράτολμα στον ουρανό, για να σβηστεί γρήγορα από τον χρόνο, που είναι σκληρός, ανελέητος και πιο πικρός από τη θάλασσα – και σαν τις φλόγες του καραβιού τα περιζώνει η αδιαπέραστη νύχτα».

ΣΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ
Ο ίδιος κάθε φορά θαυμασμός  

ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΪΛΝΤ
Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι
μτφρ.: Αρης Αλεξάνδρου
εκδ. Γκοβόστη, σελ. 297
 
Ούτε θυμάμαι πώς έφτασε στα χέρια μου «Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι». 

Διαβάζοντας κατά καιρούς την ημερομηνία της έκδοσης, 1990, στις πρώτες σελίδες αναρωτιόμουν πάντα αν ήταν κάποτε ένα δώρο γενεθλίων ή αν αγοράστηκε σε κάποιο μπαζάρ σε τιμή ευκαιρίας.

Το μικρό βιβλίο με το μαλακό εξώφυλλο, πάντως, με ακολούθησε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα. Επιμένει να βρίσκεται στη βιβλιοθήκη μου, αρνούμενο πεισματικά να παραπέσει σε κάποια μετακόμιση ή να αποδράσει στα χέρια ενός νέου αναγνώστη.
Το ξανάπιασα με αφορμή τον δεύτερο γύρο της καραντίνας και απόλαυσα ξανά τις παραδοξότητες του Λόρδου Χένρυ, τα βιτριολικά σχόλιά του για την τέχνη, την ομορφιά, την ηθική και τη ζωή γενικότερα. «Ενας πραγματικά μεγάλος ποιητής είναι ο αντιποιητικότερος των ανθρώπων» ή «Τα παιδιά αρχίζουν αγαπώντας τους γονείς τους. Οταν μεγαλώνουν τους κρίνουν. Καμιά φορά τυχαίνει να τους συγχωρούν».

Είδα ξανά την άνοδο και την πτώση του Ντόριαν Γκρέι, την εσωτερική του μεταμόρφωση, τη ματαιοδοξία, την αποκτήνωση, όσο η εξωτερική του όψη έμενε αιώνιος έφηβος. 

Κάθε φορά ο θαυμασμός για τον Ουάιλντ είναι ο ίδιος, αλλά ίδιος είναι και ο προβληματισμός. Πόσο Ντόριαν Γκρέι έχουμε μέσα μας; Πάντως, μπροστά σε κάθε οθόνη όλοι είμαστε το ίδιο λαμπεροί και ευτυχισμένοι.