ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Θανάσης Βαλτινός μέσα στον χρόνο

Μια «κριτική βιογραφία» του γνωστού συγγραφέα μέσα από συνεντεύξεις του

o-thanasis-valtinos-mesa-ston-chrono-561192679

o-thanasis-valtinos-mesa-ston-chrono0Μπορεί να γραφεί η βιογραφία ενός συγγραφέα αποκλειστικά και μόνο μέσα από συνεντεύξεις; Πόσα όμως πράγματα θα έμεναν απέξω. Αλλά κάπως έτσι δεν είναι συχνά τα πεζά του Θανάση Βαλτινού; Ελλειπτικά, αφαιρετικά κείμενα, θεμελιωμένα πάνω σε μια προσχηματική δομή είτε των πρακτικών μιας δίκης είτε επιστολών ή και μιας εκτενούς συνέντευξης (βλέπε «Ανάπλους»); Το βέβαιο είναι ότι η ανθολόγηση μερικών από τις πολλές συνεντεύξεις που έδωσε ο Βαλτινός από το 1972 έως το 2018, και που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις της Εστίας με τον τίτλο «Οπως ο έρωτας», θα μπορούσε να ιδωθεί σαν μια «κριτική βιογραφία» ή αλλιώς το προφίλ ενός πεζογράφου έτσι όπως μεταμορφώνεται μέσα στον χρόνο. Με άλλα λόγια, ο τόμος προσφέρεται για τον μελετητή και συστηματικό αναγνώστη του βαλτινικού έργου. Κι όπως μπορεί να παρατηρήσει ο προσεκτικός αναγνώστης, ορισμένες από τις απαντήσεις του Βαλτινού είναι, τρόπον τινά, σύντομα πεζογραφικά κείμενα λογοτεχνικών αξιώσεων. Οπως σωστά σημειώνει ο επιμελητής του τόμου Κώστας Δανόπουλος, «οι συνεντεύξεις αποτελούν κατά την άποψή μου συστατικό και αναπόσπαστο τμήμα του δημιουργικού έργου του Βαλτινού… Ανήκουν στην ίδια οικογένεια και συνδέονται με συγγένεια πρώτου βαθμού». Ακόμη ένα συν στη φροντισμένη έκδοση, η ενότητα με άγνωστες και σπάνιες φωτογραφίες από τη ζωή του Θανάση Βαλτινού. Αντί άλλης φλυαρίας δικής μας, παραθέτουμε ενδεικτικά αποσπάσματα από συνεντεύξεις που περιλαμβάνονται στον τόμο. Προηγείται το όνομα του συντάκτη της συνέντευξης, το έντυπο, η χρονολογία και έπεται η στιχομυθία.
 

• Βαγγέλης Ραπτόπουλος «Αντί», τχ. 294 (5.7.1985) 36-40

– Πώς γράφεις; 

– Εννοείς διαδικαστικά, σαν ωράριο;

– Οτιδήποτε. Θα μπορούσες ν’ απαντήσεις σε μια τέτοια ερώτηση; 

– Εντελώς ακατάστατα, εντελώς χωρίς κανένα πρόγραμμα. Δεν υπάρχουν ώρες, παρόλο που έχω διαπιστώσει πως οι πρωινές ώρες είναι οι καλύτερες. Το βράδυ έρχεται και σε πλακώνει, υπάρχει η ανάγκη να ξεφύγεις. 

– Σου ’ρχεται μια ιδέα και κρατάς σημειώσεις; 

– Συνήθως, όσες φορές ξεκίνησα με μια ιδέα ή ένα σχέδιο, δεν πήγε καλά το πράγμα. Υπάρχουν αισθήσεις κυρίως που λειτουργούν επάνω μου. Μια αίσθηση που νιώθω ότι θέλω να την κρατήσω, νιώθω ότι κάπου θα με οδηγήσει, ότι κάτι θα μου δώσει. 

– Αρχίζεις δηλαδή και δουλεύεις χωρίς να έχεις κάτι ξεκάθαρο στο μυαλό σου; 

– Ενα πλάνο, όχι. Υπάρχει ίσως μια ξεκάθαρη διάθεση. Αλλά ένα πλάνο, όχι.

– Στην «Κάθοδο των εννιά», ποια ήταν η διάθεση; 

– Είχα απλώς μια φοβερή πίεση. Είχα μια τρομερή κρίση εκείνη την εποχή, ανθρώπινη, υπαρξιακή.

– Η οποία μεταφράστηκε στον ασφυκτικό αποκλεισμό μιας ομάδας ανταρτών; 

– Δεν έβρισκα τρόπο να τη δώσω αλλιώς. Να γράψω μια ερωτική ιστορία, ήταν πέρα από οποιαδήποτε ανεκτά όρια. Δεν έγινε όμως με μια σκέψη, με ένα πλάνο. Σχεδόν μόνο του ήρθε το σχήμα. Βεβαίως, τίποτα δεν έρχεται μόνο του, όταν σ’ έχουν απασχολήσει μερικά πράγματα, όταν έχεις σκεφτεί γιατί ετούτο, γιατί εκείνο, γιατί αυτό το κρίμα. Τότε η διάθεση αυτή μπαίνει στη μέση. Υπάρχει ένα είδος… όχι φενακισμού, αλλά ένα είδος προσχήματος, πολλές φορές. Προσχήματος, με την καλή έννοια.
 
• Χρήστος Μαυρής «Ο Αγών» Λευκωσίας, 14.1.1988

– Εσείς πού αποδίδετε την επιτυχία των βιβλίων σας; 

– Δεν μπορώ ν’ απαντήσω. Και δεν είναι, νομίζω, ιδιαίτερα μεγάλη η επιτυχία των βιβλίων μου, γιατί, σε κατανάλωση 3.000 αντιτύπων, που είναι το συνηθισμένο τιράζ των βιβλίων μου, αυτά ξοδεύονται τον πρώτο χρόνο, ίσως και γρηγορότερα. Υπάρχουν όμως συγγραφείς που βγάζουν 5.000 αντίτυπα και κάνουν δεύτερη και τρίτη έκδοση μέσα στον ίδιο χρόνο.

– Μερικοί μάλιστα από αυτούς εκδίδουν πολύ τακτικά. Δηλαδή κάθε χρόνο εκδίδουν και ένα βιβλίο…

– Και τους θαυμάζω. Χαρά στο κουράγιο τους!

– Εσύ γιατί δεν εκδίδεις βιβλία πιο τακτικά; 

– Για μένα προσωπικά είναι φοβερό το «πάλεμα» που κάνω, τόσο με τη γλώσσα όσο και με τον ευρύτερο κύκλο της λογοτεχνίας. Δεν ξέρω αλλά το βρίσκω εξοντωτικό. Και όμως, έχω ένα απόθεμα βιβλίων πίσω μου. Δεν τα έχω βγάλει μέχρι τώρα, γιατί το «πάλεμά» μου μαζί τους δεν έχει τελειώσει ακόμη. Δηλαδή δεν έχω φθάσει στο σημείο να τα έχω βαρεθεί και να θέλω να τα πετάξω από πάνω μου ή να νομίζω ότι έχω τελειώσει αυτή την αναμέτρηση με το θέμα μου.

«Κανένας δεν είναι άμοιρος απ’ ό,τι γίνεται γύρω του»

o-thanasis-valtinos-mesa-ston-chrono2
Με τη μητέρα του Ντίνα Λυμπέρη-Σπανού (δεκαετία 1970).

• Σούλα Αλεξανδροπούλου  «Πρωινή», 7.3.1979

– Τα τελευταία σου βιβλία, το «Συναξάρι Αντρέα Κορδοπάτη» και τα «Τρία ελληνικά μονόπρακτα», είναι μια δουλειά πάνω στον δοσμένο λόγο, κι όχι ένας λόγος αποκλειστικά δικός σου. Είναι σύμπτωση, πρόσχημα, δήλωση αδυναμίας; 

– Ενδεχομένως κι ώς ένα σημείο είναι πρόσχημα. Είναι γεγονός πάντως πως μ’ ενδιαφέρει ένα είδος έρευνας πάνω σ’ αυτό που λέμε δοσμένο λόγο. Συγκεντρώνοντας υλικό για το δεύτερο μέρος του Αντρέα Κορδοπάτη, ανακάλυψα πως πάρα πολλοί άνθρωποι αγράμματοι γράφουν. Εχω στα χέρια μου το ημερολόγιο ενός στρατιώτη που πολέμησε στη Μικρά Ασία και που νομίζω το έγραψε όταν γύρισε. Παρέβαλα γεγονότα και ημερομηνίες και είδα πως δεν πέφτει πουθενά έξω. Εχω ακόμα ηχογραφημένες αφηγήσεις από καμιά τριανταριά ανθρώπους που έλαβαν μέρος στις εκστρατείες της Ουκρανίας και της Μικράς Ασίας. Ο τρόπος που αναπολούνε, η εμμονή σε κείνη την εποχή της ζωής τους, εμπεριέχει μια κριτική που κάνει για μένα αυτές τις αφηγήσεις την πιο έγκυρη ματιά σ’ αυτή την ιστορική περίοδο. Παράλληλα, υπάρχουν εκφραστικές αρετές σοβαρές, πρωτογενείς φυσικά και ακατέργαστες. 

– Μπορούμε να μιλήσουμε λοιπόν για ένα στυλ κοινό με κείνο που αρχίζει από τα λαϊκά παραμύθια και φθάνει στον Μακρυγιάννη; 

– Ναι, ένα λαϊκό στυλ, έναν λόγο κοινό κτήμα, που έχει φοβερό ενδιαφέρον να τον αντιμετωπίσεις και να μιλήσεις μέσα απ’ αυτόν. Χωρίς φυσικά να επιχειρήσεις να τον αντιγράψεις.

o-thanasis-valtinos-mesa-ston-chrono4
Χειμερινή διαβίωση με την 5η Μοίρα Καταδρομών. 

 

 
• Μαρία Τρουπάκη «Διαβάζω», τχ. 116 (10.4.1985) 66-72

– Γιατί διαλέξατε ως άξονα του έργου σας τον χώρο της Ιστορίας, και μάλιστα της πρόσφατης Ιστορίας;

– Αυτό που εσείς ονομάζετε άξονα, εγώ θα το έλεγα πλαίσιο ή πρόσχημα. Κανένας δεν είναι άμοιρος ή ανεπηρέαστος απ’ ό,τι γίνεται γύρω του ή έχει γίνει ή πρόκειται να γίνει. Μέχρι εδώ υπάρχει μια σχέση με την Ιστορία στη γενικότητά της. Από εκεί και πέρα η δική μου δουλειά είναι η προσωπική μου ιστορία, η προσωπική μου περιπέτεια μέσα στη ζωή και σε σχέση με τη ζωή, άσχετα με το πλαίσιο ή το πρόσχημα που χρησιμοποιώ. Αυτό μπορεί να φαίνεται, ή και να είναι, εγωκεντρικό. Για να προλάβω οποιαδήποτε παρανόηση θα προσθέσω ότι μια προσωπική ιστορία δεν αφορά κανέναν άλλον και συμπερασματικά δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλον. Αν κάτι μπορεί να ενδιαφέρει έναν τρίτο, είναι άλλα στοιχεία.

• Θανάσης Ντόκος «Σχεδία», τχ. 9-10  (Νοέμβρ.-Δεκ. 1989) 48-50

– Πώς γίνεται να εκφράζεσαι και στα «Στοιχεία για τη δεκαετία του ’60» μέσα από γυναικεία πρόσωπα, όπως το έκανες στο «Μπλε βαθύ, σχεδόν μαύρο»; 

– Γιατί όχι; Αγαπάω τις γυναίκες. 

– Σχολίασέ μου την προμετωπίδα [«ἰδοὺ ἐγὼ σκελίζω τοὺς κατοικοῦντας τὴν γῆν ταύτην ἐν θλίψει, ὅπως εὑρεθῇ ἡ πληγή σου», Ιερεμίας]. 

– Δεν είναι ένας καταπληκτικός στίχος;

– Πώς είναι δυνατόν μέσα σ’ ένα τέτοιου είδους πλαίσιο να διηγείσαι και την προσωπική σου ιστορία; Τι παράδειγμα θα έδινες σε κάποιον δύσπιστο; 

– Δεν διηγούμαι και την προσωπική μου ιστορία. Διηγούμαι αποκλειστικά την προσωπική μου ιστορία. Δεν πρωτοτυπώ άλλωστε. Κάθε συγγραφέας το ίδιο κάνει. Μίλησα προ ημερών με το κορίτσι, τότε, που του έχω αφιερώσει το βιβλίο. Ηταν ο έρωτάς μου εκείνης της εποχής. Είχα να τη δω τρία χρόνια. «Γιατί χάθηκες;» τη ρώτησα. «Γιατί έχω χοντρύνει», απεκρίθη. Αυτό δεν είναι το βιβλίο; Και μη μου πεις ότι συνδέω άσχετα πράγματα.
 
• Ελενα Χουζούρη «Ενα», τχ. 14 (31.3.1993) 74-79

– Να μιλήσουμε για τον Ελληνα συγγραφέα και να τον συγκρίνουμε με τον Ευρωπαίο συνάδελφό του. Τι θα έδειχνε αυτή η σύγκριση; 

– Μια τεράστια δυσαναλογία από κάθε άποψη. Το αυτονόητο στην Ευρώπη –Ευρώπη δεν είμαστε και εδώ;– είναι ότι ο συγγραφέας ασκεί ένα επάγγελμα –ή μήπως λειτούργημα;– από το οποίο όμως πρέπει και να ζει. Το αυτονόητο στην Ελλάδα είναι ότι ο συγγραφέας είναι ψώνιο. Βεβαίως, οι διαφορές δεν περιορίζονται μόνο εκεί αλλά ορίζονται άμεσα από τις διαφορές των επιπέδων πολιτισμού. Ελπίζω κάποτε, σε μερικές δεκαετίες, να μην υπάρχουν.