ΜΟΥΣΙΚΗ

Τάκης Σούκας: «Τα τραγούδια μου είναι ο εαυτός μου»

takis-soykas-ta-tragoydia-moy-einai-o-eaytos-moy-561199996

«Φυσικά και γράφω ακόμη τραγούδια. Τα απογεύματα κάθομαι στο δωματιάκι μου στο στούντιο κι αν έχω κέφι ασχολούμαι. Αλλες φορές κάνω τον γραφίστα, φτιάχνω εξώφυλλα δίσκων για τα ντέμο που έχω στο συρτάρι». Πολυγραφότατος ο Τάκης Σούκας, γερός μουσικός από το ξακουστό σόι των Σουκαίων, εξαιρετικός στο ακορντεόν και στο σαντούρι, έγραψε πολλά καλά λαϊκά τραγούδια που ανέδειξαν τραγουδιστές και στήριξαν επί δεκαετίες, και συνεχίζουν, τα προγράμματα των κέντρων. 

Τώρα, μέσα στη δεύτερη καραντίνα, βγήκαν δύο από τα καινούργια του τραγούδια, το «Αεροδρόμιο» σε στίχους του Κώστα Μπαλαχούτη που τραγουδάει η Γλυκερία και το «Λύσε τα χέρια σου» σε στίχους του Νίκου Αναγνωστάκη από τη Φωτεινή Βελεσιώτου. Ο δίσκος «Τάκης Σούκας – Πρώτη φορά», που θα κυκλοφορήσει από το Οgdoo Music Group τον Ιανουάριο, περιλαμβάνει τραγούδια του συνθέτη και των δύο στιχουργών, τα οποία ερμηνεύουν ακόμη οι: Γιώργος Νταλάρας, Μανώλης Μητσιάς, Ορφέας Περίδης, Χρήστος Δάντης, Φοίβος Δεληβοριάς, Ηρώ Σαΐα.

takis-soykas-ta-tragoydia-moy-einai-o-eaytos-moy0
Με την Πόλυ Πάνου, τον μπουζουξή Χρήστο Ψαρρό και τον δημοσιογράφο Τάσο Κουτσοθανάση που έφυγε από τη ζωή.

«Τα τραγούδια βγαίνουν ένα ένα, είναι η μόδα των καιρών. Δεν ανακατεύομαι πολύ, άλλωστε αναλαμβάνει μια ομάδα νέων μουσικών», λέει από την άλλη άκρη της γραμμής ο λαϊκός δημιουργός και μας γυρίζει στην Αρτα των παιδικών του χρόνων. Ξεκίνησε 13 ετών, μαθητής το πρωί και το βράδυ μουσικός σε ένα καφενείο της πόλης τον χειμώνα. «Μας άκουγαν οι ντόπιοι αλλά και έμποροι από διάφορα μέρη της Ελλάδας που έρχονταν να αγοράσουν προϊόντα από τον κάμπο της Αρτας. Πήγαινα στις 9 και στις 12 επέστρεφα σπίτι για ύπνο, γιατί την επομένη είχα σχολείο. Τα καλοκαίρια, όμως, είχαμε τα πανηγύρια. Αυτό κι αν ήταν σχολείο, με τη συμμετοχή σπουδαίων μουσικών. Ηταν και ο κόσμος διαφορετικός τότε, είχε λιγότερα, αλλά γλένταγε καλύτερα». 

Ο Τάκης Σούκας ξεκίνησε πρώτα με την κιθάρα. Το ακορντεόν ήρθε αργότερα και το σαντούρι ακόμη πιο μετά. «Το ακορντεόν το αγόρασα και το έμαθα μόνος μου, από 15 χρονών παίζω. Εύκολο όργανο, ακριβώς αντίθετο από το σαντούρι, που είναι μεγάλος μπελάς στο κούρδισμα. Οπως λέμε εμείς οι μουσικοί, άλλοτε πέφτει (με τη ζέστη) κι άλλοτε ανεβαίνει (με το κρύο). Από τη Β΄ Γυμνασίου είχα στόχο να γίνω μουσικός». Επειτα, όταν ένιωσε έτοιμος, αποφάσισε να βρει την τύχη του στην Αθήνα. Εκανε μια μεγάλη στάση στην Πάτρα, ήταν άλλωστε η περίοδος των Αποκριών. «Εκεί γνωρίστηκα με τη Θεανώ, τη γυναίκα μου, έμεινα όλο τον χειμώνα στην Πάτρα και έπειτα ήρθαμε Αθήνα. Ηρθα διότι ήξερα τη δύναμή μου στο ακορντεόν, όπως ήξερα τι έπαιζαν οι άλλοι. Θα είμαι ειλικρινής: ήμουν πολύ καλός, ίδιος με αυτούς και σε μερικά καλύτερος». 

takis-soykas-ta-tragoydia-moy-einai-o-eaytos-moy2
Στράτος Διονυσίου, Λίτσα Διαμάντη, Τάκης Σούκας, επάνω αριστερά ο Γιώργος Σαρρής και δεξιά ο Θανάσης Κομνηνός στα ανέμελα χρόνια της δεκαετίας του ’80 και των λαϊκών επιτυχιών του συνθέτη.

Ο Δερβενιώτης τον βοήθησε να πάει στην Columbia, όπου προσελήφθη ως μόνιμος ακορντεονίστας και εργάστηκε με μεγάλους συνθέτες και τραγουδιστές που ηχογράφησαν εκεί. Επειτα ήρθε η ώρα της σύνθεσης. «Από το 1968 άρχισα να γράφω τα δικά μου τραγούδια που είπαν οι Γιώτα Λύδια, Χαρούλα Λαμπράκη, Μιχάλης Μενιδιάτης, Στράτος Διονυσίου. Με αυτούς ξεκίνησα». Τα υπολογίζει στα 1.200, «αλλά το έχω ξαναπεί: έπαινος δεν είναι ο αριθμός. Αλλωστε η ποσότητα δεν σηματοδοτεί την ποιότητα. Ο Τσιτσάνης δεν έφτασε τα 800 τραγούδια, ούτε ο Καλδάρας, ούτε ο Ακης Πάνου. Μου άρεσαν τα 45άρια, αλλά στην εποχή των LP ήμασταν υποχρεωμένοι να γράφουμε 12 τραγούδια για ένα δίσκο. Ημουν τυχερός  γιατί τα περισσότερα γίνονταν επιτυχίες. Πρώτα έγραφα με τη farfisa, την κιθάρα, το αρμόνιο, έπειτα με το συνθεσάιζερ. Με το ακορντεόν και το σαντούρι ποτέ δεν γράφω τραγούδια. Συνεργαζόμουν με 3-4 στιχουργούς, αλλά επενέβαινα πολύ. Πιο πολύ ασχολήθηκα με τον στίχο να τον φέρω στα μέτρα μου παρά με τις μελωδίες μου. Μου αρέσουν τα τραγούδια που μιλούν για τον έρωτα, την αγάπη, τα κοινωνικά, αλλά δεν μπορώ τα στρατευμένα. Επίσης, δεν μου αρέσουν οι πρόστυχοι στίχοι». Μου τονίζει ότι αυτά που γράφει δεν είναι ίδια. «Αλλο είναι το “Μια ζωή μέσα στους δρόμους”, άλλο το “Ο λαός τραγούδι θέλει”, το “Υποκρίνεσαι”, το “Τελειώσαμε”, τα “Χάρτινα”. Ομως, όσο κι αν αλλάζουν οι νοοτροπίες, ο ακροατής θέλει να τον αγγίζει το τραγούδι, να μπορεί να χαρεί αλλά και να κλάψει».

Η νύχτα

Εξήντα και πλέον χρόνια στο πάλκο, η νύχτα τού αρέσει, δεν το αρνείται. «Ηθελα να φαίνομαι στην ορχήστρα, να είμαι επιθετικός μουσικός, να ξεχωρίζω. Δούλεψα σε καλά οργανωμένα μαγαζιά, δεν σήκωναν μαγκιές από τους πελάτες. Τα τελευταία χρόνια πριν σταματήσω, δούλευα σε μικρές μουσικές σκηνές, χωρίς λουλούδια, όσο για τα πιάτα, δεν μου άρεσαν ποτέ. Από αυτά κονόμαγαν οι μαγαζάτορες, ενώ οι τραγουδιστές τα ανέχονταν. Μόνο ο Στέλιος (Καζαντζίδης) το 1965, όταν του πέρασε ένα ποτήρι ξυστά από το μάγουλο, αντέδρασε και σταμάτησε».

Τον Καζαντζίδη τον αναφέρει πολλές φορές – «είπε 45 τραγούδια μου», λέει με καμάρι. «Ο Στράτος Διονυσίου έλεγε μια κι έξω τα τραγούδια στο στούντιο. Τα μάθαινε στο αυτοκίνητο, στη διαδρομή για το κέντρο, έβαζε κασέτες και τα άκουγε. Σήμερα υπάρχουν τραγουδιστές με πολύ καλές φωνές, αλλά λαϊκό τραγούδι δεν ακούω. Δεν υπάρχει με την έννοια που το γνωρίζαμε. Και οι νέοι μουσικοί δεν τα απογειώνουν ενορχηστρωτικά.  Είμαι λίγο ιδιότροπος, θέλω τα τραγούδια με τον τρόπο που ξέρω, όπως τα ξέρουν οι παλιοί μουσικοί. Πολλοί από τους νέους συνθέτες δεν γνωρίζουν από μουσικά όργανα, απλώς τα σκαλίζουν».

takis-soykas-ta-tragoydia-moy-einai-o-eaytos-moy4
Η Χαρούλα Αλεξίου τραγούδησε το «Μια ζωή μέσα στους δρόμους» του Τάκη Σούκα σε μια συμμετοχή στον δίσκο του αδελφού της Γιώργου Σαρρή «Η αγάπη είναι το θέμα».

Πώς συστήνει ο Τάκης Σούκας τα τραγούδια του; «Τα τραγούδια μου είναι οι ρίζες μου, είναι ο εαυτός μου. Μου λένε καμιά φορά τα παιδιά μου γιατί δεν ζήτησα στίχους από μεγάλους στιχουργούς. Εγώ φεύγοντας από την Columbia, όπου είχαν εισβάλει μεγάλοι συνθέτες, βρήκα μια δισκογραφική στην Ομόνοια με νέους τραγουδιστές καλούς, αλλά δεν είχα το θάρρος να ζητήσω στίχους από τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον Μάνο Ελευθερίου ή τον Πυθαγόρα. Ομως, με τα τραγούδια μου έκανα εκείνους τους νέους τραγουδιστές φίρμες σε μια εταιρεία της Ομόνοιας». 

Ωσπου ο παραγωγός της Μinos τότε, ο Αχιλλέας Θεοφίλου, «μου είπε “τι θα γίνει με σένα, θα δουλεύεις με τους τραγουδιστές μας στο στούντιο και στα κέντρα και θα γράφεις σουξέ για άλλη εταιρεία;” Του απάντησα: “Κάνε μου συμβόλαιο”. Ετσι έγραψα το 1980 στον Στράτο Διονυσίου το “Υποκρίνεσαι”, που πούλησε 70.000 δίσκους».

Το παρόν είναι δύσκολο. «Μεγάλωσα, προσέχω την υγεία μου γιατί έχω πάθει τις ζημιές μου. Τα παιδιά μου με θέλουν, όμως εγώ ζω με την ανάμνηση της γυναίκας μου. Ο γιος μου ο Φώτης είναι μουσικός, ηχολήπτης και διδάσκει, η κόρη μου η Πέρσα έγινε ηθοποιός, έπαιξε στην τηλεόραση αλλά και στην Επίδαυρο με το Εθνικό Θέατρο και την καμάρωσα. Αλλά όταν γνώρισε ένα καλό παιδί τα παράτησε, αφοσιώθηκε στην οικογένειά της και στη 14χρονη εγγονή μου. Οποτε πηγαίνω σε καμιά τηλεοπτική εκπομπή, όπως τώρα που με κάλεσαν για τις γιορτές, παίρνω τα πάνω μου». Μα ο κορωνοϊός δεν τον φοβίζει στα 80; «Προσέχω, μέχρι το φαρμακείο πάω μία φορά τον μήνα. Ομως, αν συμβεί κάτι, ώρα καλή, θα πάω να βρω τη Θεανώ. Το κρίμα είναι για τους νέους».