ΒΙΒΛΙΟ

Ενας Βέλγος στην Ελλάδα του 1839

Διπλωμάτης που άφησε πίσω του πλούσιο έργο με σκίτσα επαναστατών, πολιτικών, αλλά και απλών Ελλήνων της εποχής

Ενας Βέλγος στην Ελλάδα του 1839

Ο Βέλγος διπλωμάτης Μπενζαμέν Μαρί (Benjamin Mary) έφτασε στην Αθήνα τον Ιούλιο του 1839 με αποστολή τη σύναψη εμπορικής συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών. Εζησε στη μετεπαναστατική Ελλάδα σχεδόν πέντε χρόνια και αν σε αυτό το διάστημα δεν είχε φιλοτεχνήσει εκατοντάδες προσωπογραφίες αγωνιστών, ιερωμένων, πολιτικών, αλλά και καθημερινών ανθρώπων, μάλλον δεν θα είχαμε αρκετούς λόγους για να τον μνημονεύουμε – οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε ότι έφερε εις πέρας την εμπορική συμφωνία. 

Σήμερα, ωστόσο, μας απασχολεί για τους υψηλής ποιότητας καλλιτεχνικούς καρπούς του, που αποδείχθηκαν ιδιαίτερα πολύτιμοι για τους Ελληνες ερευνητές και ιστορικούς. Ικανός στο σχέδιο και εξαιρετικός φυσιογνωμιστής, ο Μαρί κατάφερε να δώσει πρόσωπο στην Ιστορία προσφέροντάς μας ένα πλούσιο άλμπουμ «φωτογραφιών» όταν ακόμη η φωτογραφία ήταν άγνωστη.

Αυτό μαρτυρεί και ο τίτλος του λευκώματος «Η Ιστορία έχει πρόσωπο – Μορφές του 1821 στην Ελλάδα του Οθωνα από τον Βέλγο διπλωμάτη Benjamin Mary», έκδοση του Ιδρύματος Σύλβιας Ιωάννου και της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, την οποία ξεφυλλίζουμε μαζί με την ιστορικό του Δικαίου και των Θεσμών Χαρίκλεια Δημακοπούλου, η οποία υπογράφει την επιστημονική επιμέλεια του τόμου. 

Η έκδοση 383 σελίδων διατηρεί αναλλοίωτη τη δομή του αρχικού λευκώματος, με τις προσωπογραφίες σχεδόν σε φυσικό μέγεθος. 

Πόσα στ’ αλήθεια γνωρίζουμε γι’ αυτόν τον όχι και τόσο κλασικό διπλωμάτη; «Ηταν ένας τύπος σίγουρα ιδιαίτερος. Ηταν πολύ παραγωγικός, σκιτσάριζε με τον ρυθμό που τραβάμε σήμερα φωτογραφίες», απαντάει. «Δεν τον ενδιαφέρει καθόλου η ελληνική αρχαιότητα, ούτε τα ελληνικά ήθη και έθιμα. Το τοπίο τον απωθεί. Δεν αντέχει την ξεραΐλα, η ζέστη τον βαραίνει, είναι φιλάσθενος και υποχόνδριος με την υγεία του. Είναι όμως μαγεμένος από τη ρομαντικότητα του αγώνα της ελευθερίας των Ελλήνων. Συγκλονισμένος θα έλεγα. Οι αγωνιστές της Επανάστασης, τους οποίους γνωρίζει, συναναστρέφεται, τρώει μαζί τους, τον εντυπωσιάζουν. Τον συγκινούν ιδιαίτερα οι μπαρουτοκαπνισμένοι, ο Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς, οι ιεράρχες αγωνιστές επίσης, τον συγκινούν το θάρρος, η ανδρεία, η ανδρική φιλία. Είναι από τους λίγους που συνειδητοποιούν το μέγεθος της πράξης αυτών των ανθρώπων».

Ο Μαρί αποδίδει τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά με εντυπωσιακό τρόπο. «Εχει εξαιρετική ικανότητα να συλλαμβάνει την ομοιότητα», σχολιάζει η κ. Δημακοπούλου. «Σε δύο από τα πιο σημαντικά σκίτσα του βιβλίου, βλέπουμε τον Κολοκοτρώνη τον τελευταίο χρόνο της ζωής του και στο νεκροκρέβατο σε ένα σκίτσο ολόσωμο. Είναι βέβαιο ότι έχει αποδώσει τα χαρακτηριστικά του με πιστότητα, καθώς ταιριάζουν απόλυτα με το νεκρικό εκμαγείο του το οποίο βρίσκεται στο Ιστορικό Μουσείο. Σε ένα άλλο επίσης ιδιαίτερα σημαντικό σκίτσο, απεικονίζει τον Λάζαρο Κουντουριώτη en face, μια οπτική γωνία του προσώπου του που δεν έχουμε συνηθίσει. Ο Κουντουριώτης είναι με καλυμμένο το ένα μάτι. Ενώ δεν ήταν τυφλός το κάλυπτε, γιατί είχε γεννηθεί με διαφορετικό χρώμα στα μάτια το οποίο τότε εθεωρείτο μεγάλη γρουσουζιά για έναν ναυτικό.

Επίσης στο σκίτσο είναι ελαφρώς χαμογελαστός, πράγμα το οποίο για τον συγκεκριμένο άνθρωπο είναι μοναδικό, αλλά και μας δείχνει ότι με κάποιους ο Μαρί είχε αναπτύξει φιλικές σχέσεις». 

Γνήσιες υπογραφές

Προσωπογραφία του Λάζαρου Κουντουριώτη. Ο Μαρί τον επισκέφθηκε στην Υδρα και τον απέδωσε κατά πρόσωπο, σε αντίθεση με τις άλλες γνωστές απεικονίσεις του. 

Τις περισσότερες φορές ζητούσε από τους εικονιζόμενους να ποζάρουν, όμως δεν έλειψαν και οι περιπτώσεις που σκιτσάριζε κρυφά, όπως αυτή του ηλικιωμένου Νικηταρά ο οποίος έχει αποκοιμηθεί στην πολυθρόνα. «Στην πρώτη περίπτωση, τους ζητάει να υπογράψουν το έργο, οπότε έχουμε τις γνήσιες υπογραφές, ενώ σε αρκετά σχέδια υπάρχουν στοιχεία όπως ημερομηνία, τόπος, σημειώσεις για τον άνθρωπο», εξηγεί η κ. Δημακοπούλου. 

Το λεύκωμα φέρνει στο φως νέα δεδομένα, αλλά και άγνωστα πρόσωπα. Αξίζει να σταθούμε ιδιαίτερα στην απεικόνιση της Εθνοσυνέλευσης του 1843-44, τις εργασίες της οποίας παρακολουθεί ο Βέλγος διπλωμάτης με το πενάκι του ανά χείρας. «Πράγματι, πρόκειται για πολύ σημαντική συνεισφορά», υπογραμμίζει η κ. Δημακοπούλου. 

«Μας μεταφέρει μια εικόνα πολύ πιο ζωντανή και διαδραστική για ένα γεγονός το οποίο γνωρίζουμε από τις εφημερίδες και τα πρακτικά. Μας δίνει πληροφορίες για τη σύνθεση των βωβών προσώπων της Εθνοσυνέλευσης, όπως επίσης και για το κοινό, στο οποίο μάλιστα διακρίνουμε τρεις γυναίκες. Καταφέραμε να ταυτίσουμε τις δύο. Η μία είναι η Δούκισσα της Πλακεντίας. Η Δούκισσα ήταν “παθιασμένη” με τον Ιωάννη Κωλέττη, του οποίου μάλιστα ήταν και σπόνσορας. Η δεύτερη είναι η περίφημη Μαντάμ Ροζού, το γένος Παλάσκα, φανατική θαυμάστρια του Θεόδωρου Δηλιγιάννη· δεν έχανε συνεδρίαση. Αυτό το “φωτορεπορτάζ” της Εθνοσυνέλευσης είναι η πιο σημαντική συνεισφορά του λευκώματος. Η έκδοση δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί χωρίς την υποστήριξη του Ιδρύματος Σύλβιας Ιωάννου (η ιδρύτρια του οποίου απέκτησε το λεύκωμα του Βέλγου διπλωμάτη σε δημοπρασία στο Λονδίνο) και το υλικό της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος. Εργαστήκαμε γι’ αυτό τριάμισι χρόνια. Ηταν μια όμορφη περιπέτεια με εξαιρετικούς συνοδοιπόρους· την Ιφιγένεια Βογιατζή, τη Μαρία Γιουρούκου, τον Γιώργο Τζεδόπουλο, τη Δήμητρα Κουκίου, τη Leonora Navari (υπογράφουν τα κείμενα του τόμου όπως και τα βιογραφικά των εικονιζομένων). Εύχομαι να αποτελέσει αφορμή να ανοίξουν σεντούκια, ντουλάπια και πατάρια. Υπάρχει πολύ υλικό ακόμη στα σπίτια και αν μείνει κρυμμένο για καιρό, θα χαθεί…».