ΒΙΒΛΙΟ

Η κληρονομιά του Τζον λε Καρέ

Η «Κ» ξεχωρίζει βιβλία και ταινίες του σπουδαίου συγγραφέα που ανέδειξε το κατασκοπικό μυθιστόρημα σε υψηλή λογοτεχνία

i-klironomia-toy-tzon-le-kare-561201139

«Ποτέ δεν φτιάχνω ένα “σκελετό” και σπάνια σχεδιάζω πέρα από ένα κεφάλαιο. Το ήξερα αυτό διότι το κάνω ακόμα. Φτάνω σε ένα σημείο, πέφτω για ύπνο εκεί, πηγαίνω στο επόμενο ή το σκίζω και πηγαίνω ένα βήμα πίσω μέχρι να νιώσω αυτή τη συνέχεια οργανικά σωστή». 

Λιτή και με τα απολύτως απαραίτητα υλικά ήταν η «κουζίνα» του συγγραφέα Τζον λε Καρέ, όπως την περιγράφει ο ίδιος στο εισαγωγικό σημείωμα του θρυλικού πια βιβλίου του «Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο» (εκδ. Bell), στην επανέκδοση του 1978. Ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να ισχυριστεί ένας πρώην κατάσκοπος που απέδιδε με μεγάλη δεξιοτεχνία πολύπλοκους, αμφίσημους χαρακτήρες και κατάφερνε μέσα στις σελίδες των βιβλίων του να ενώνει σημεία της πλοκής που αρχικά φάνταζαν ασύνδετα. 

Μπορεί να μην ήταν το πρώτο του βιβλίο, αλλά εάν κάποιος θέλει να γνωρίσει το σύμπαν του Λε Καρέ και του Τζορτζ Σμάιλι, που είναι διαμετρικά αντίθετο με τον κόσμο του Ιαν Φλέμινγκ και του Τζέιμς Μποντ, μπορεί να ξεκινήσει από την ιστορία του Αλεκ Λίμας, του πράκτορα που επιστρέφει στο «κρύο» της Ανατολικής Γερμανίας και αναδεικνύει τη σκοτεινή πλευρά των μυστικών υπηρεσιών, τα ηθικά διλήμματα και τον μεταξύ τους ανταγωνισμό που διεξάγεται με πρόφαση τον Ψυχρό Πόλεμο. Οχι τυχαία, ο σπουδαίος Γκράχαμ Γκριν χαρακτήρισε το μυθιστόρημα «την καλύτερη κατασκοπική ιστορία που έχω διαβάσει», δίνοντας μια μεγάλη ώθηση στην καριέρα του νεαρού τότε Τζον λε Καρέ, κατά κόσμον Ντέιβιντ Κόρνγουολ, που υπηρετούσε ακόμα στις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες. Εκεί εμφανίζεται για δεύτερη φορά ο Τζορτζ Σμάιλι –η πρώτη ήταν στο ντεμπούτο του, «Η τελευταία κλήση» (εκδ. Καστανιώτη)–, η δράση και ο χαρακτήρας του οποίου αναπτύσσονται πληρέστερα στην άτυπη «τριλογία του Κάρλα» που ξεκινάει με το «Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι» (εκδ. Καστανιώτη). Ο ατημέλητος και φαινομενικά συνηθισμένος διοπτροφόρος κατάσκοπος ξεκινάει ένα παιχνίδι στρατηγικής απέναντι στον Κάρλα, τον Ρώσο ομόλογο του, χωρίς γκάτζετ και γρήγορα αυτοκίνητα, για να ξετρυπώσει τον «Τυφλοπόντικα», έναν διπλό πράκτορα που πουλάει μυστικά στη Σοβιετική Ενωση. Η τριλογία συμπληρώνεται με το «Ο εντιμότατος μαθητής» και το «Ολοι οι άνθρωποι του Σμάιλι» από τις ίδιες εκδόσεις.

i-klironomia-toy-tzon-le-kare0
Στα βιβλία του απέδιδε με δεξιοτεχνία πολύπλοκους, αμφίσημους χαρακτήρες και κατάφερνε να ενώνει σημεία της πλοκής που αρχικά φάνταζαν ασύνδετα.

Επειτα ο Λε Καρέ αφήνει για πρώτη φορά το ψυχροπολεμικό σκηνικό και στρέφεται σε νέα θέματα με τη «Μικρή τυμπανίστρια» (εκδ. Bell), όπου πρωταγωνιστεί, επίσης για πρώτη φορά, μια γυναίκα. Η Τσάρλι, μια επίδοξη ηθοποιός από την Αγγλία, κάνει διακοπές στη Μύκονο και αυτό που ξεκινάει ως καλοκαιρινό ειδύλλιο μετατρέπεται σε θρίλερ όταν βρίσκεται μπλεγμένη ανάμεσα στη σύγκρουση Ισραηλινών και Παλαιστινίων. Το βιβλίο έγινε πρόσφατα μίνι σειρά από το BBC με γυρίσματα και στην Ελλάδα. Πριν ξαναγυρίσει για τελευταία φορά στο ψυχροπολεμικό παρελθόν με την «Κληρονομιά των κατασκόπων» (εκδ. Bell) και αναδείξει μια σύγκρουση γενεών και εποχών και τα ανοιχτά ερωτήματα που έχει αφήσει, ο Λε Καρέ διερευνά νέες θεματικές και νέους «πολέμους». Στα χρόνια που μεσολάβησαν ο συγγραφέας έβαλε στο στόχαστρό του το εμπόριο όπλων («Νυχτερινή βάρδια», εκδ. Bell), τη διαφθορά και τις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες («Ο επίμονος κηπουρός», εκδ. Bell), τα όρια μεταξύ ιδιωτικών συμφερόντων και της υπηρεσίας στην πατρίδα που γίνονται πιο θολά («Μια ευαίσθητη αλήθεια», εκδ. Bell).

Για πολλούς ο Σμάιλι υπήρξε η φωνή του Λε Καρέ, ο αγγελιοφόρος του, αλλά πιο πολλά στοιχεία από τον εαυτό του έβαλε στον Μάγκνους Πιμ, τον ήρωα του βιβλίου «Ενας τέλειος κατάσκοπος» (εκδ. Bell), που πήρε τα εύσημα και από τον Φίλιπ Ροθ («το καλύτερο αγγλικό μυθιστόρημα από τον πόλεμο και μετά»). Μέσα από τον ήρωά του ο Λε Καρέ μιλάει για τα παιδικά του χρόνια, που ήταν περισσότερο μια εισαγωγή στην αντικατασκοπεία, καθώς έπρεπε να επιβιώσει μέσα στον κόσμο του απατεώνα πατέρα του, σε μια σχέση βασισμένη στα ψέματα και στα μυστικά. Η μητέρα του είχε εγκαταλείψει την οικογένεια πολύ νωρίς (1937) δημιουργώντας πληγές που ποτέ δεν επουλώθηκαν και, όπως αποκάλυψε στην αυτοβιογραφία του «Η σήραγγα των κατασκόπων» (εκδ. Bell), τα μυθιστορήματά του δεν την είχαν αγγίξει καθόλου. Η δύσκολη παιδική ηλικία δεν εμπόδισε τον Λε Καρέ να σπουδάσει Γλωσσολογία και να ειδικευτεί στη γερμανική γλώσσα στο Πανεπιστήμιο της Βέρνης στην Ελβετία το 1947-1948. Εκεί ήταν που τον στρατολόγησαν οι βρετανικές μυστικές υπηρεσίες και μετά μια σύντομη θητεία στην ΜΙ5 μετατέθηκε στην ΜΙ6 και τοποθετήθηκε στη βρετανική πρεσβεία στη Βόννη της Γερμανίας με την κάλυψη του διπλωματικού υπαλλήλου. 

Μπορεί ο συγγραφέας να μην μιλούσε συχνά για τη δουλειά του εκεί, αλλά δεν «χαρίστηκε» στους πρώην εργοδότες του όταν έγραψε το «Μια μικρή γερμανική πόλη» (εκδ. Καστανιώτη), όπου με επίκεντρο μια έρευνα στην πρεσβεία απομυθοποιούνται οι μυστικοί πράκτορες και αναδεικνύονται η διαφθορά και το προσωπικό συμφέρον. Παρά τα 89 του χρόνια, ο Τζον λε Καρέ ήταν μέχρι το τέλος ανήσυχος και σε συγγραφική φόρμα. Απόδειξη, το τελευταίο του βιβλίο «Ενας έντιμος άνθρωπος» (εκδ. Bell), όπου ο βετεράνος κατάσκοπος παίρνει θέση και καταπιάνεται με το Brexit, τον Ντόναλντ Τραμπ και τη Ρωσία του Πούτιν. Ηταν η τελευταία του εξόρμηση στο «πεδίο».