ΒΙΒΛΙΟ

Ποίηση σαν μικροσκοπική βελόνα με πυρηνική κεφαλή

Ποίηση σαν μικροσκοπική βελόνα με πυρηνική κεφαλή

Γ. Χ. ΩΝΤΕΝ
Η ασπίδα του Αχιλλέα
μτφρ.: Ερρίκος Σοφράς 
εκδ. Αντίποδες 

Η ποίηση σε βρίσκει σε μέρη που δεν το περιμένεις και σχεδόν πάντα απροετοίμαστο. Κάπως έτσι σκόνταψα πάνω στον Ωντεν, στο «Τέσσερις γάμοι και μια κηδεία», μια δημοφιλή αγγλική κομεντί, πίσω στο μακρινό 1994. Εκεί, σχετικά άγουρος, αφελής και τρισόλβιος, συνάντησα τον επιφανέστερο Αγγλο ποιητή της γενιάς του ’30. 

Η σκηνή εκτυλίσσεται σε ένα μικρό αγγλικανικό εκκλησάκι, που στέκεται αδύναμο και φοβισμένο πλάι σε ένα εργοστάσιο και στα πανύψηλα, νεφοσκεπή φουγάρα του. Λίγο πριν ξεκινήσει η εξόδιος ακολουθία, ο συντετριμμένος σύντροφος του εκλιπόντος επιλέγει το «Funeral blues» για να εκφράσει όλα όσα νιώθει: «Κόψτε το τηλέφωνο, πάψτε τα ρολόγια, το πιάνο κλείστε, πνίξτε τα τύμπανα και λόγια, δώστε ένα κόκαλο στον σκύλο να ησυχάσει, ο θρήνος άρχισε, το φέρετρο ας περάσει». 

Η φωνή του ποιητή διατάσσει τον κόσμο να παύσει για να τιμήσει τον νεκρό. Ο λόγος αποκτά τη δύναμη μιας μικροσκοπικής βελόνας με πυρηνική κεφαλή. Τα λόγια τρυπώνουν στην ψυχή, προκαλώντας όλεθρο. Αυτό ακριβώς το βαθύ και εκρηκτικό συναίσθημα κατορθώνει να διαφυλάξει ο Ερρίκος Σοφράς, μεταφέροντας στα ελληνικά ορισμένα από τα πλέον σημαντικά κι απαιτητικά ποιήματα του Ωντεν, στη συλλογή «Η ασπίδα του Αχιλλέα», που κυκλοφόρησε πρόσφατα. 

Ποιος ήταν όμως ο ποιητής που πολλοί τοποθετούν πλάι στον Γέιτς και στον Ελιοτ; Ο Γουίσταν Χιου Ωντεν γεννήθηκε στο Γιορκ της Αγγλίας το 1907. Οι γονείς του ήταν γιατροί και οι παππούδες του κληρικοί. Επειτα από μερικά ιδιαίτερα άσχημα χρόνια ως οικότροφος στο Νόρφολκ, θα γίνει δεκτός στην Οξφόρδη, όπου και θα ολοκληρώσει τις σπουδές του στη Λογοτεχνία. Απόφοιτος πια, ξεκινάει τα ταξίδια. Θέλει να γνωρίσει τον κόσμο. Θα ζήσει το Βερολίνο του Μεσοπολέμου. Θα ταξιδέψει στην Ισλανδία. Θα πολεμήσει στον Εμφύλιο της Ισπανίας. Θα επισκεφθεί την Κίνα. 

Τα πρώτα ποιήματά του ενθουσιάζουν τον Τ. Σ. Ελιοτ. Θα συμβάλει στο να εκδώσει την πρώτη συλλογή του στη Faber & Faber. Σε λίγα μόλις χρόνια, ο Ωντεν θα θεωρείται ο σημαντικότερος ποιητής της γενιάς του. Εκκεντρικός και ορκισμένος αντιρομαντικός (μισεί τον Σέλλεϊ), ο Ωντεν είναι ένας ποιητής πολιτικός, στοχαστικός και ταυτόχρονα ερωτικός. «Γεμάτη με αγκάθια σαν το βάτο;/ Ή είναι σα στρώμα πουπουλένιο αφράτο;/ Τάχα σκληρή ή μαλακή στην άκρη;/ Μα τι ’ν’ αυτό που το λένε αγάπη;» Διαθέτει την εξυπνάδα και την ειρωνεία του Ελιοτ. Το μέτρο και την τεχνική του ρήματος του Χόπκινς. Την ιδιορρυθμία του Χάρντυ. Το βάθος του Φροστ. 

Ο ποιητικός του λόγος –πολυεπίπεδος και πυκνός– παραδίδεται στις παραπομπές και στους ξέφρενους  συνειρμούς. Αφήνει αναπάντητα ερωτήματα. Επιλέγει τον υπαινιγμό. Είναι ταυτόχρονα σκοτεινός και ελλειπτικός. «Σ’ ένα φτηνό μπαρ καθισμένος/ Στους Πενήντα Δύο Δρόμους/ Αβέβαιος και φοβισμένος/ Καθώς οι έξυπνες ελπίδες σβήνουν/ Μιας ευτελούς κι ανέντιμης/ Δεκαετίας».
Γράφει σε μια γλώσσα απλή, θερμή, καθομιλουμένη και διαθέτει μια θηριώδη ικανότητα στην εικονοποιία. Σαν τον Ηφαιστο, «τον οπλουργό με τα σφιγμένα χείλη», στην «Ασπίδα του Αχιλλέα». Οι εικόνες ξεπηδούν σε κάθε στροφή, «πυροβολώντας» εν ψυχρώ το μυαλό και την ψυχή. Ο Ωντεν δεν σταματά να πειραματίζεται. Δοκιμάζει τα πάντα. Γράφει ποιήματα σε ελεύθερο στίχο, αλλά και σονέτα και βιλανέλλες σε ιαμβικά πεντάμετρα. Συνθέτει λιμπρέτα και δαμάζει το μέτρο και τον ρυθμό των μπλουζ. 

Ας συνοψίσουμε. Παρά το εκτόπισμα και την περίοπτη θέση του στην ποίηση του πρώτου μισού του 20ού αιώνα, παραμένει σχετικά παραγνωρισμένος στη χώρα μας. Η αναμφίλεκτα κοπιώδης προσπάθεια του μεταφραστή, σε μια επιμελημένη και κατατοπιστική έκδοση, διορθώνουν εν μέρει αυτή την αδικία. Η ποίηση του Ωντεν θα συνεχίσει να μας βρίσκει σε μέρη που δεν το περιμένουμε. Απλώς, πλέον, λιγότερο, ελπίζω, απροετοίμαστους.