ΒΙΒΛΙΟ

Οι λέξεις που οριοθετούν και ελέγχουν την οικονομία μας

oi-lexeis-poy-oriothetoyn-kai-elegchoyn-tin-oikonomia-mas-561289528

JEAN-PAUL FITOUSSI
Τι μας κρύβουν οι λέξεις. 
Πώς η νεογλώσσα επηρεάζει τις κοινωνίες μας
μτφρ.: Α. Δ. Παπαγιαννίδης
εκδ. Πόλις 

Οι λέξεις δεν είναι «άδειες». Κουβαλούν ιδέες, γεννούν εικόνες, παράγουν σκέψη. Οι λέξεις δεν είναι «αθώες». Θέτουν όρια, επιβάλλουν απόψεις, ελέγχουν. Οι λέξεις δεν είναι ούτε «αθάνατες». «Σβήνουν» και σβήνονται. Τώρα, θα μου πείτε, μας ενδιαφέρουν οι λέξεις όταν μιλάμε για το βιβλίο ενός επιφανούς οικονομολόγου; Η οικονομική επιστήμη δεν είναι κυρίως αριθμοί και μαθηματικά; Συγχωρήστε με, αλλά όχι. 

Στο «Τι μας κρύβουν οι λέξεις» ο Ζαν-Πολ Φιτουσί, ένας από τους σημαντικότερους διεθνώς υπερασπιστές της κεϊνσιανής σχολής, υποστηρίζει ότι τις τρεις τελευταίες δεκαετίες η γλώσσα που αξιοποιούμε για να μιλήσουμε πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά έχει αλλάξει ριζικά. 

Για την ακρίβεια ο Φιτουσί, διδάκτωρ Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου, διατείνεται ότι σήμερα υπάρχει μια πανίσχυρη νεογλώσσα (αντίστοιχη του newspeak στο «1984» του Οργουελ), η οποία νοηματοδοτεί, οριοθετεί και ελέγχει τη σκέψη και τη δράση μας, υπηρετώντας συγκεκριμένα συμφέροντα.

Αρκεί κανείς να εξετάσει το λεξιλόγιό της. Διότι, σύμφωνα με τον καταξιωμένο Γάλλο οικονομολόγο, σε αυτό δεν υπάρχουν πια λέξεις όπως «πλήρης απασχόληση», «δημόσιες επενδύσεις», «τόνωση της κατανάλωσης», «σύστημα κοινωνικής προστασίας», «αύξηση μισθών και ημερομισθίων». Ενώ, αντίθετα, σε αυτό αφθονούν λέξεις όπως «ανταγωνιστικότητα», «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις», «δημοσιονομικό σύμφωνο», «δημόσιο χρέος». Τι σημαίνουν όμως όλα αυτά; Πρώτον, η φτώχεια των λέξεων αποδυναμώνει τον τρόπο «με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα». Δεύτερον, υπάρχουν πλέον όροι-ταμπού και σκέψεις που η κυρίαρχη νεογλώσσα απαγορεύει ή καταδικάζει ως μη αποδεκτές. Τρίτον, έχουν στενέψει τα όποια περιθώρια δράσης, διότι οι λέξεις είναι σκέψεις και οι σκέψεις, εργαλεία και λύσεις. Σε αυτή τη βάση, έχοντας διαποτίσει το πνεύμα μας, η κυρίαρχη νεογλώσσα καθιστά κάθε αξίωση του κόσμου της εργασίας αβάσιμη. Τα πάντα θεωρούνται πλέον υπερβολικά: «οι συντάξεις, οι μισθοί, τα επιδόματα ανεργίας, οικογένειας, στέγασης». Μήπως δεν έχουν θέσει υπό αμφισβήτηση τα πάντα οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες, ενισχύοντας τον φόβο;

Σύμφωνα με τον Γάλλο θεωρητικό, εγκλωβισμένοι στα λεπτά παιχνίδια της νεογλώσσας, καταλήγουμε στην παραίτηση, στη μοιρολατρία και στην αίσθηση ματαίωσης. Υποκύπτουμε στην ισχύ της οικονομικής ορθοδοξίας και στην κηδεμονία από τις αγορές. Καταλήγουμε έτσι να δυσπιστούμε απέναντι στην παγκοσμιοποίηση και να απογοητευόμαστε με την Ευρωπαϊκή Ενωση. Η δημοκρατική κόπωση μοιάζει αναπόδραστη.  

Η παγκόσμια πανδημία, ωστόσο, ανατρέπει τα εν λόγω δεδομένα. Θέτει εκ νέου τα παλιά ερωτήματα, αξιώνει επιτακτικά απαντήσεις. Ποιος είναι ο απώτερος στόχος της οικονομικής ανάπτυξης, αν όχι η ευημερία; Γιατί επιμένουμε στην αύξηση του μέσου κατά κεφαλήν εισοδήματος όταν ταυτόχρονα παρατηρούμε μια υπερβολική συσσώρευση του πλούτου σε μια μικρή μειονότητα εντός των δυτικών κοινωνιών; Γιατί δεν στοχεύουμε πλέον στην πλήρη απασχόληση; 

Η σκέψη του Φιτουσί είναι μεστή, συμπαγής και εύληπτη. Το έργο διαβάζεται απνευστί. Βοηθάει σε αυτό και η μετρημένη μετάφραση του Α. Παπαγιαννίδη, η οποία επιτρέπει στο άλλοτε ειρωνικό και περιπαικτικό και άλλοτε τραγικό και προκλητικό ύφος του συγγραφέα να αναδειχθεί οργανικά και αβίαστα. 

Επίλογος (ή μήπως πρόλογος;): Στις 11 Φεβρουαρίου 2021 ψηφίστηκε ο κανονισμός για τη θέσπιση του Μηχανισμού Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας από την Ε.Ε. Για τον Φιτουσί συνιστά αναμφίλεκτα μια απόφαση στη σωστή κατεύθυνση. Ο τραγικός πάταγος που προκάλεσε ένα υπερμεταδοτικό λιπίδιο με πρωτεΐνη ίσως σώσει τις λέξεις και μαζί και τους ανθρώπους.