ΒΙΒΛΙΟ

Η επίδραση μιας γυναίκας

i-epidrasi-mias-gynaikas-561293995

Στις 8 Μαρτίου κάθε χρόνο, μαζί με την επέτειο των γενεθλίων μου και τη Γιορτή της Γυναίκας, θυμάμαι και πάλι την ημέρα που ετοιμαζόμουν να ξεκινήσω το αξέχαστο ταξίδι μου ως διευθυντής του Ευγενιδείου Πλανηταρίου πίσω στο 1973. Το γεγονός αυτό οφείλεται σε μιαν αξέχαστη γυναίκα και μια τελείως τυχαία συνάντηση που είχα το καλοκαίρι του 1972 με την αδελφή του Ευγένιου Ευγενίδη, την αείμνηστη Μαριάνθη Σίμου, τη διοικήτρια και «ψυχή» του ιδρύματος, από την ίδρυσή του το 1956 και μέχρι την ασθένεια που την απομάκρυνε απ’ αυτό το φθινόπωρο του 1977. 

Ως διευθυντής (από το φθινόπωρο του 1969) στο Πλανητάριο του Κέντρου Τεχνών και Επιστημών της Λουιζιάνας (ένα από τα δέκα μεγαλύτερα πλανητάρια της Αμερικής), την επισκέφθηκα εθιμοτυπικά την τελευταία ημέρα των καλοκαιρινών διακοπών μας του 1972. Επειδή η συζήτησή μας στράφηκε κυρίως στο μέλλον «του παιδιού της», όπως αποκαλούσε το Πλανητάριο, τη διαβεβαίωσα ότι όσο περνούσε από το χέρι μου και από τη θέση που είχα στην Αμερική, θα μπορούσα ευχαρίστως να συνεισφέρω σε ό,τι χρειάζονταν, αφού βρισκόμουν τόσο μακριά όσο και το τηλέφωνό της. Κι έτσι, δύο μήνες αργότερα, με προσκάλεσε να επισκεφθώ και πάλι την Ελλάδα για να συζητήσουμε για μια πιθανή συνεργασία μας. 

Η δεύτερη αυτή συνάντηση έγινε παραμονές Χριστουγέννων του 1972 και διήρκεσε περίπου δύο ώρες. Η συμφωνία για τη συνεργασία μας, όμως, είχε ολοκληρωθεί μέσα στα πρώτα πέντε λεπτά. 

Φυσικά, η απόφαση που έπρεπε να πάρω το 1973 για την επιστροφή στην Ελλάδα δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση, γιατί τότε θεωρούσα ότι δεν ήμουν έτοιμος για την επιστροφή. Η πρόταση όμως της Σίμου ήταν τόσο δελεαστική, που θα ήταν αδιανόητο για οποιονδήποτε να αρνηθεί αυτή την προσφορά. Κι έτσι αποφάσισα να επιστρέψω στην Ελλάδα.

Οπως μου είπε τότε και o καθηγητής μου: «Αφού έχεις ήδη επιλέξει τον δρόμο της εκλαΐκευσης, η περαιτέρω παραμονή σου εδώ δεν πρόκειται να σου προσφέρει κάτι περισσότερο, ενώ αντίθετα σου δίνεται η ευκαιρία να επιστρέψεις στη χώρα σου τώρα και με ιδιαίτερα ευνοϊκούς όρους. Οπότε τι περιμένεις;» 

Πρέπει να ομολογήσω ότι ο καθηγητής μου με είχε οδηγήσει όλα εκείνα τα χρόνια στον σωστό δρόμο όχι μόνο στη διάρκεια των σπουδών μου, αλλά και με τη συμβουλή του να επιστρέψω. Γιατί ομολογουμένως το αμερικανικό πανεπιστήμιο δίνει την αναγκαία και συνήθως την ευρύτερη γνώση σπουδών για κάθε αντικείμενο που επιλέγει ένας φοιτητής χωρίς να περιορίζει τον ορίζοντα των σπουδών. 

Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ότι η εξειδίκευσή μου επί μισό αιώνα στα θέματα των πλανηταρίων και της διάχυσης της επιστήμης να έχει αναγνωριστεί όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά και διεθνώς από τους συναδέλφους μου στα πλανητάρια όλου του κόσμου. 

Πρέπει να ομολογήσω ότι προσωπικά δεν πιστεύω στη μοίρα (την ειμαρμένη των αρχαίων), αν και πολλές φορές θεωρώ πως η τύχη παίζει σημαντικό ρόλο στη ζωή μας. Η Αμερική, για παράδειγμα, μου άνοιξε την πόρτα σε δρόμους που θα ήταν σχεδόν αδύνατον να περπατήσω αν είχα παραμείνει εδώ, αφού εκεί είχα την ευκαιρία να αναλάβω σε μικρή ηλικία τη διεύθυνση ενός από τα μεγαλύτερα πλανητάρια της Αμερικής. 

Ετυχε επίσης να είμαι στην κατάλληλη θέση την κατάλληλη στιγμή και να γνωρίσω τους κατάλληλους ανθρώπους που χρειάζονταν κάποιον με τη δική μου εμπειρία. Φυσικά, πρέπει κι εσύ να σιγοντάρεις λίγο την τύχη σου, με συνεχή προσπάθεια κάθε δεδομένη στιγμή, ενώ θέλω να πιστεύω επίσης πως, για να παραμείνεις σε μια παρόμοια θέση επί τόσες δεκαετίες, πρέπει να διαθέτεις και κάποιες αρετές που μάλλον πρέπει να αναγνωρίστηκαν και από τη Σίμου αλλά και από τους μετέπειτα προέδρους του Ιδρύματος Ευγενίδου.

Φυσικά, όπως έμαθα αργότερα, η Σίμου δεν είχε βασιστεί μόνο στην πρώτη μας γνωριμία, αλλά, αντίθετα, στους δύο μήνες μετά την καλοκαιρινή συνάντησή μας με είχε περάσει από 40 κόσκινα κι έμαθε σχεδόν τα πάντα για εμένα και το τι είχα επιτύχει στην Αμερική. Γεγονότα και δραστηριότητες που κι εγώ ακόμα είχα ξεχάσει. Εκείνο πάντως που θυμάμαι πιο έντονα απ’ όλα ήταν η φράση-κλειδί της τελικής μας συζήτησης: «Κύριε Σιμόπουλε, θέλω να έλθετε στην Ελλάδα, αλλά θα μου υποσχεθείτε ότι θα ασχοληθείτε αποκλειστικά και μόνο με το Πλανητάριο κι όχι με οτιδήποτε άλλο», κι εγώ όχι μόνο της το υποσχέθηκα, αλλά και το τήρησα. 

Γιατί η γυναίκα αυτή μου έδειξε περισσότερη εμπιστοσύνη απ’ ό,τι είχα δείξει εγώ στον ίδιο μου τον εαυτό. Με τίμησε, κι ελπίζω ότι κι εγώ την τίμησα. Και πιστεύω ότι και οι δυο μας μείναμε ευχαριστημένοι από την επιλογή που κάναμε. 
 
* Ο κ. Διονύσης Π. Σιμόπουλος είναι επίτιμος διευθυντής του Ευγενιδείου Πλανηταρίου.