ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Αναζητώντας τον ήχο της ψυχής

Μια ευαίσθητη τανία με καλές ερμηνείες και έξι υποφηφιότητες για Οσκαρ

anazitontas-ton-icho-tis-psychis

Sound of Metal ★★★
ΔΡΑΜΑ (2019)
Σκηνοθεσία: Ντάριους Μάρντερ
Ερμηνείες: Ριζ Αχμεντ, 
Ολίβια Κουκ, Πολ Ράτσι

Σε οποιαδήποτε άλλη «φυσιολογική» κινηματογραφική σεζόν, η ταινία του πρωτάρη στις μεγάλου μήκους Ντάριους Μάρντερ πολύ δύσκολα θα έβρισκε τον δρόμο προς την οσκαρική τελετή. 

Στη φετινή χρονιά, όμως, των ανεξάρτητων παραγωγών και της διαδικτυακής πλατφόρμας, το φιλμ του Amazon Prime που υπάγεται και στις δύο κατηγορίες, είναι υποψήφιο, ούτε λίγο ούτε πολύ, για έξι χρυσά αγαλματίδια, ανάμεσά τους και αυτό για την καλύτερη ταινία. 

Το θέμα του φυσικά βοηθάει αρκετά, με τον πρωταγωνιστή, Ριζ Αχμεντ, να υποδύεται τον Ρούμπεν, έναν νεαρό ντράμερ της μέταλ, ο οποίος γυρίζει παρέα με την επίσης μουσικό κοπέλα του τις πόλεις της Αμερικής, δίνοντας συναυλίες και πασχίζοντας να κάνει το βήμα παραπάνω. Οι φιλοδοξίες ωστόσο και η ίδια του η ζωή θα μπουν στον πάγο, όταν σταδιακά θα αρχίσει να χάνει μεγάλο μέρος της ακοής του.

Ο Βρετανός, πακιστανικής καταγωγής, Αχμεντ είναι επίσης υποψήφιος για Οσκαρ, ερμηνεύοντας έναν εύθραυστο μουσικό με έντονο παρελθόν καταχρήσεων, το οποίο έρχεται να τον στοιχειώσει όταν η ζωή θα του δείξει το σκληρό της πρόσωπο. Εκείνος πάντως θα βρει παρηγοριά σε ένα αναπάντεχο μέρος, μια απομονωμένη κοινότητα κωφών, η οποία θα τον δεχθεί και θα του δείξει πως η συμπόνια και η στήριξη είναι μεν σημαντικά πράγματα, όμως η αληθινή δύναμη για να προχωρήσει βρίσκεται μέσα του.

Το δράμα του μουσικού που χάνει την αίσθηση της ακοής το έχουμε ξαναδεί σε ταινίες, όπως για παράδειγμα το πολύ αξιόλογο «It’s all gone Pete Tong», ωστόσο εδώ υπάρχει μια περίσσια ευαισθησία και συγκίνηση, την οποία αποπνέει συνολικά το φιλμ. Αν και στο ντεμπούτο του ο Ντάριους Μάρντερ δεν φοβάται να πειραματιστεί με τον ήχο της ταινίας του, ισορροπώντας ανάμεσα στη φυσική κατάσταση και στον σχεδόν σιωπηλό –και αργότερα παραμορφωμένο ηχητικά– κόσμο του Ρούμπεν. Το αποτέλεσμα δεν διαθέτει πάντα την απαιτούμενη ακρίβεια και ρυθμό, είναι πάντως σίγουρα πολύ προτιμότερο από την πιο συμβατική εναλλακτική, ενώ με τον τρόπο αυτό αναδεικνύονται (και με τη σειρά τους αναδεικνύουν το σύνολο) οι πολύ καλές ερμηνείες που υπάρχουν εδώ.

Αρκετά ενδιαφέρον είναι και το φινάλε της ταινίας, το οποίο δίνεται στο Παρίσι. Δίχως να προδώσουμε την (όποια) έκπληξη, μπορούμε να πούμε ότι εκεί υπάρχει η ιδέα της αποδοχής και της εσωτερικής γαλήνης. Το γεγονός επίσης ότι οι προφανείς «λύσεις» δεν είναι πάντα οι ιδανικές και πως οι μεγαλεπήβολοι στόχοι δεν λένε και πολλά, όταν σε εμποδίζουν να απολαμβάνεις τις μικρές χαρές της κάθε ημέρας.