ΒΙΒΛΙΟ

Αειθαλής νόστος

aeithalis-nostos-561356332

ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΘΕΟΧΑΡΗΣ 
Δίφορη μνήμη 
εκδ. Πόλις, σελ. 180

aeithalis-nostos0Κάθε γενέθλιος τόπος είναι κατά κάποιον τρόπο μυστικιστικός. Η επιστροφή στα χώματά του είναι χοροστασία. Ετσι μοιάζει να αισθάνεται ο Γιώργος Θεοχάρης επιστρέφοντας στη γενέτειρά του, τη Δεσφίνα της Φωκίδας. Σε αυτή τη δεύτερη ανθοφορία της μνήμης, όταν το παρελθόν ξαναγίνεται θαλερό παρόν, η γραφή λειτουργεί σαν κλείστρο φωτογραφικής μηχανής. Ενα κλείστρο που ανοίγοντας ξανά επιτρέπει στον απαθανατισμένο θανόντα να ανακτήσει, για ένα θαύμα του δευτερολέπτου, την ευφορία της μορφής του. «Εμεινε το διάφραγμα ανοιχτό στις αναμνήσεις». Οι παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες είναι δήγματα θανάτου. «Ισως γιατί τα κατσαρά δοντάκια τους στο περιθώριο έχουν τη δύναμη να ροκανίζουν τη φθορά». Το διάφραγμα ανοιχτό, το οστεοφυλάκιο ξεσκέπαστο και ο νεκρός για μια στιγμή ξαναγεννημένος, «ως οστά γεγυμνωμένα έστω, ως μνήμη έστω, αναστημένος ως μνήμη ο προσφιλής μου νεκρός».

Καταβολιάζοντας τη γραφή με την αστείρευτη ευαγγελική ποιητική, αλλά και με την ποίηση που ο ίδιος επί χρόνια καλλιέργησε, ο Θεοχάρης προσδίδει στην αναβίωση της γενέτειρας την κατάνυξη ιεροπραξίας, σαν να ανάβει κεριά για τους αποδημήσαντες στις αιωνίους μονάς. Η παραμικρή ανάμνηση υποβάλλει ένα κρυστάλλινο αίσθημα αγιότητας. Μια γυναίκα θρηνολογεί κρατώντας στην αγκαλιά της τη γίδα της που πεθαίνει. Μια γερόντισσα ανάβει τα καντήλια των απογόνων της. Μια άλλη τοποθετεί ένα ποτήρι νερό δίπλα στο φέρετρο, για να ξεδιψά η ψυχή πριν από την ανάκλησή της στους ουρανούς. Ενας άνδρας μοναχός δίπλα στο κύμα δίνει «ρεύμα στο φεγγάρι», ζεματίζοντας το σκοτάδι με το αγγελοκρουσμένο βλέμμα του. Ενα ορφανεμένο κοριτσάκι, η γιαγιά του συγγραφέα, μαζεύει δεκαρίτσες για να αγοράσει μια καινούργια μαμά. Ενας αγρότης, συγκλονισμένος από βαθύτατη ευλάβεια, καθαρίζει από τα αγριόχορτα ένα κτηματάκι. Καθώς έσκαβε το χώμα, ένιωθε σαν να «ακουμπούσε το αποτύπωμα της παλάμης του παππούλη του». «Κάτι σαν χειραψία πάνω από την άβυσσο με τον προπάτορά του». Οι λέξεις λιτανεύουν στο λυκόφως του ασπρόμαυρου την τοπιογραφία της Δεσφίνας της μετεμφυλιακής εποχής. Παντοπωλεία, καφενεία, κουρεία, χασαποταβέρνες, μπακάλικα, εκκλησίες, ναΐσκοι και ξωκλήσια. Αΐδιοι οδοδείκτες. Μόνο οι άνθρωποι που τα λειτουργούσαν λείπουν. Σε ένα κομμάτι του βιβλίου ο Θεοχάρης τιτλοφορεί τα συναθροισμένα στιγμιότυπα με τύπους φωτογραφικών μηχανών. Ετσι, κάθε διαφορετική μηχανή υποδηλώνει μια διαφορετική τεχνική λήψης ή, αλλιώς, τις ετεροειδείς γλωσσικές τεχνικές για να απαθανατιστεί ο όσιος όσο και χθόνιος τόπος. Οι άνθρωποι στις φωτογραφίες θεοδρομούν, αλλά στην πορεία τα χέρια τους γεμίζουν χώματα. Δίπλα στα αναμμένα καντήλια στάζει αδικοχυμένο αίμα. Η ειδησεογραφία της εποχής, που παρεμβάλλεται στις επιμνημόσυνες εξιστορήσεις, βοά από οικόσιτους και δημόσιους ολέθρους. Διαφεύγοντας τον στατικό χρόνο της ιστοριογραφίας, τα πρόσωπα μετοικούν στην προσωπική μυθολογία του συγγραφέα, από παρελθόν γίνονται ποίηση. Καθώς το «θυμάμαι» επανέρχεται ανάμεσα στις προτάσεις, σαν γόος και ξόρκι, καταλαγιάζει εντέλει σε μια πικρή παραδοχή: «Τη μαύρη μοίρα των Λαβδακιδών του χωριού μου, θυμάμαι». Ανασταίνοντας μια ζωή, την οποία κανοναρχούσε ο ναός του Αγίου Χαραλάμπους, ο συγγραφέας με θλίψη συλλογίζεται πως «τ’ αμπέλια έγιναν μπαΐρια και η σύναξη στου αγίου τη γιορτή όλο και λιγότερους προσκυνητές συγκεντρώνει». Δεν μιλάει για τον πολιούχο άγιο, αλλά για το ξωκλήσι του Αϊ-Στέφανου και ένα παρακείμενο αμπελάκι. Σε άλλο αμπέλι, στο ξωκλήσι του Αϊ-Τρύφωνα, ιερουργούσε ο παππούς του με ένα κλαδευτήρι. Σπίτι, κοιμητήρι, ξωκλήσι, φύση. Σε αυτή την αγιωτική έκταση τελεί ο Θεοχάρης την αρτοκλασία της μνήμης, θυμίζοντας με την εξαίσια γραφή του το βιβλίο «Στ’ αμπέλια» του Σταύρου Ζουμπουλάκη, όπου η ιεροπρέπεια της φύσης γίνεται ο θόλος μιας μεταρσιωτικής αυτομυθοπλασίας.