ΠΟΛΗ

Ενα σπίτι διηγείται, ιστορίες με αφετηρία την οδό Δηλιγιάννη 11

ena-spiti-diigeitai-istories-me-afetiria-tin-odo-diligianni-11-561358150

Στάθηκα απέναντι από τη βουβή πολυκατοικία, εκεί στο πεζοδρόμιο της οδού Δηλιγιάννη. Κατεβαίνοντας την Αγίου Κωνσταντίνου προετοιμαζόμουν σταδιακά για να συναντηθώ με την ψυχική ενδοχώρα του Μεταξουργείου, σε εκείνο το σημείο όπου ο απόηχος από τον Σταθμό Λαρίσης συναντιέται με τα δρομάκια του Αγίου Παύλου. Είναι ένα σημείο βρασμού της αθηναϊκής μικροϊστορίας και ένιωθα ότι έφερα με δέος τις αναμνήσεις που μου είχαν εμπιστευτεί. Στον αριθμό 11 της μεγάλης οδού Δηλιγιάννη, πολύ κοντά στην πλατεία Καραϊσκάκη και λίγο πιο κάτω από το παλιό «Περοκέ», θα συναντούσα αυτή τη μοντερνιστική πολυκατοικία του Μεσοπολέμου, για την οποία ιστορίες, σκιές και πρόσωπα, που έζησαν εκεί τα τελευταία προπολεμικά και πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, ήταν με έναν περίεργο τρόπο σύντροφοί μου. Ηξερα ότι είχα να αναμετρηθώ με σκιές. Αλλά μπροστά μου έβλεπα και την ύλη, οι τοίχοι και τα παράθυρα ήταν εκεί, έστω και σε ένα περιβάλλον σιωπής και ερημιάς. Είδα το μπαλκόνι, από όπου υπήρχε η θέα στο «Περοκέ» και τα καμαρίνια, είδα τα σβησμένα κουδούνια και σήκωσα το βλέμμα στα κατεβασμένα ρολά. Ηξερα πως στον δεύτερο όροφο έμεναν οι ιδιοκτήτες και στον πρώτο είχε εγκατασταθεί η οικογένεια του Ιωάννη Φλωράκη, πατέρα φαμίλια. Ενα από τα παιδιά του, ήταν και ο Χαρίλαος. Δύσκολο να αναστήσει κανείς σήμερα το μείγμα του Μεταξουργείου στην καρδιά του εικοστού αιώνα, από τα χρόνια του Μεσοπολέμου ώς περίπου το 1965, όταν πλέον η αλλαγή είχε επιταχυνθεί. Αλλά είχα τις διηγήσεις, πέρα από τις φωτογραφίες, για το ξενοδοχείο «Τουρίστ», εκεί πιο κάτω, Κων. Παλαιολόγου και Δηλιγιάννη, χτισμένο από τον Δημοσθένη Λύκα στα χρόνια του ’20, απέναντι από το σινεμά «Βικτώρια», όπου στα γουέστερν νικούσαν πάντα οι «καλοί». Εκείνοι οι δρόμοι ολόγυρα ήταν θερμοκήπια μιας αστικής ζωής με ευρυχωρία. Δίπατες και μονώροφες αστικές μονοκατοικίες συνυπήρχαν με μάντρες, αποθήκες, καφενεία, σχολεία.

Γύρω από την παλιά πολυκατοικία της Δηλιγιάννη 11, περπατούσα σκεπτικός μπροστά στα λείψανα της γειτονιάς. Στη Βίκτωρος Ουγκώ σε εκείνο το ύψος, στους αριθμούς 57 και 61, τα αστικά ερείπια ήταν σαν βωμοί ή σαν καμένες εκκλησίες, τα λεπτά ξύλινα επίκρανα στην εξώπορτα έμοιαζαν με σήμαντρα ή πετρωμένα δέντρα. Ολόγυρα, προσπαθούσα να νιώσω τη γειτονιά. Από το «Περοκέ» ώς απέναντι στο «Αλκαζάρ», η κουλτούρα της επιθεώρησης και του βαριετέ έφερνε τον αντίλαλο του Ορέστη Λάσκου ή της Σπεράντζας Βρανά, στον κήπο-παλκοσένικο στο ξενοδοχείο «Αστρα» το ίδιο, οι ήχοι του χθες έφερναν όμως στο τώρα και τα ποδοβολητά των παιδιών που όργωναν τους χωματόδρομους. Εκεί, πιο κάτω στη γειτονιά του Αγίου Παύλου, στήνονταν τα γκολπόστ με τις πάνινες σχολικές τσάντες, χωρίζονταν οι μικροί σε ομάδες.

Η ομάδα της οδού Χίου αναμετριόταν με την ομάδα της οδού Σάμου. Πόσοι αιώνες πίσω να ήταν; Αλλά σήμερα, περπατούσα τόση ώρα και είδα μόνο ένα παιδί. Κατάβρεχε με περισσή χαρά το πεζοδρόμιο με ένα λάστιχο που του είχε δώσει η μητέρα του. Ηταν στην οδό Βίκτωρος Ουγκώ, ανάμεσα στη Χίου και την Ψαρών, και σκέφτηκα ότι εκεί γύρω ήταν και το περίφημο ιδιωτικό σχολείο του Σαλβάνου, στεγασμένο σε ένα διώροφο μεταβατικής αρχιτεκτονικής του ’20, σήμερα κατεδαφισμένο. Ο απόηχος της εποχής ζωντάνεψε και πάλι όταν είδα την προπολεμική πολυκατοικία Ψαρών και Βίκτωρος Ουγκώ, με εκείνο το καστανό αρτιφισιέλ. Αν την έκοβες, θα ταίριαζε και στην Πατριάρχου Ιωακείμ. Αλλά πίσω στην ακτίνα της Δηληγιάννη 11, θέλησα να μεταλάβω λίγο από τη σιωπή. Τυπικά, ήταν ένα μοντέρνο για την εποχή του κτίριο, με σταυροειδή πρόσοψη, απλή και συμπαγή, αλλά μπορούσα ακόμη να ακούσω τις φωνές πίσω από τα κλειστά παράθυρα. 

• Στο επόμενο: Η «καστροπολιτεία» της οδού Καλλιδρομίου.