ΒΙΒΛΙΟ

Βιβλία: Εννέα προτάσεις για το καλοκαίρι

vivlia-ennea-protaseis-gia-to-kalokairi-561383839

ΓΚΑΜΠΡΙΕΛ ΓΚΑΡΣΙΑ ΜΑΡΚΕΣ
Το σκάνδαλο του αιώνα
μτφρ.: Μαρία Παλαιολόγου
εκδ. Ψυχογιός, σελ. 403
 
ΜΕΡΣΕ ΡΟΔΟΡΕΔΑ
Σπασμένος καθρέφτης
μτφρ.: Ευρυβιάδης Σοφός
εκδ. Κατσανιώτη, σελ. 373
 
«Κάλι. 18 Απριλίου. Απίστευτη έκπληξη ένιωσαν σήμερα οι κάτοικοι της πρωτεύουσας της Κοιλάδας της Κάουκα βλέποντας στους κεντρικούς δρόμους της πόλης εκατοντάδες ασημόψαρα, με μήκος κάπου δύο ίντσες, λες κι είχε ψεκαστεί μ’ αυτά όλος ο τόπος».

Οποιος αγαπάει τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, όποιος τον σκέφτεται με το χαϊδευτικό του –Γκάμπο– ακόμη κι αν δεν έχει πάει ποτέ στην Κολομβία, τον αναζητάει σε κάθε νέα έκδοση που φέρει το όνομά του. «Το σκάνδαλο του αιώνα» δεν είναι, εκ πρώτης όψεως, ένα από τα λογοτεχνικά έργα του Γκάμπο: περιλαμβάνει κείμενά του που δημοσιεύτηκαν στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο από το 1950 έως το 1984, τότε που εργάστηκε ως δημοσιογράφος. Αρχισα να το ξεφυλλίζω γιατί ήθελα να διαβάσω κάτι δικό του που δεν γνώριζα έως τώρα. Στην αρχή, λόγω της διαστροφής του επαγγέλματος –η δημοσιογραφία, που εκείνος θεωρούσε ως «την καλύτερη δουλειά του κόσμου», συνήθως βιάζεται να βγάλει συμπεράσματα–, πήγα στους τίτλους των περιεχομένων: «Ο δολοφόνος των μοναχικών καρδιών», «Ο τίγρης της Αρακατάκα», «Βρίσκονται στο Καράκας οι γυναίκες που εξαφανίζονται στο Παρίσι;», «Τα φαντάσματα των αυτοκινητόδρομων», «Οι καημένοι οι καλοί μεταφραστές».

Υστερα από αυτό, η βιασύνη της δουλειάς εξαφανίστηκε και έμεινε η ευχαρίστηση του αναγνώστη. Η συγκεκριμένη ανθολογία, που περιλαμβάνει 51 άρθρα –κάποια σύντομα και άλλα πολυσέλιδα–, αποτελεί έναν ακόμη τρόπο για να εκτιμήσουμε τη λογοτεχνική κληρονομιά του Γκαρσία Μάρκες. Και να εμπεδώσουμε τη βασική αρχή που γέννησε τα σπουδαία του μυθιστορήματα: η πραγματικότητα δεν είναι παρά μια πύλη για να περάσει κανείς στον κόσμο του μυθιστορήματος. Τα δημοσιογραφικά του κείμενα –ευρηματικά, αστεία, με πρόζα που ρέει– έχουν ως αφετηρία την είδηση, αλλά στην πορεία ο συγγραφέας συνθέτει την ιστορία του μπλέκοντας το ρεπορτάζ με τη μυθοπλασία. Λέει αλήθεια ή ψέματα; Δεν έχει καμία σημασία. Αυτές οι ιστορίες μάς δίνουν την ευκαιρία να απολαύσουμε άλλη μια φορά τον ιδιοφυή «παραμυθά» που υπήρξε ο Γκάμπο.

Η Ροδορέδα θεωρείται κορυφαία Καταλανή συγγραφέας, εμένα όμως και αυτή μου τη σύστησε ο Γκαρσία Μάρκες: «Η Μερσέ Ροδορέδα με είχε θαμπώσει με εκείνο το φως που αναδύεται από τις λέξεις της. Είναι η μοναδική συγγραφέας που επισκέφτηκα χωρίς να τη γνωρίζω, παρακινούμενος από ακαταμάχητο θαυμασμό», έγραψε. Μάλλον στα μυθιστορήματά της τον συγκίνησε η ζωντάνια και ο πλούτος των ιστοριών, που συνδυάζουν αβίαστα πρόσωπα, γεγονότα και συναισθήματα. Η Ροδορέδα έχει διαρκώς μια καινούργια ιδέα να πει και έναν νέο χαρακτήρα να προσθέσει στην πλοκή.

Η ίδια η συγγραφέας έλεγε: «Οι αθώοι λογοτεχνικοί χαρακτήρες αποκαλύπτουν όλη μου την τρυφερότητα, με κάνουν να νιώθω καλά δίπλα τους, είναι οι μεγάλοι μου φίλοι». Αναφέρεται στην Κολομέτα, στη Σεσίλια, στον κηπουρό, στον Ελάδι Φαριόλς, στον Σαλβαντόρ Βαλντάουρα. Αυτά είναι μερικά μόνον από τα πρόσωπα που «κατοικούν» στον «Σπασμένο καθρέφτη» και στην τεράστια έπαυλη που βρίσκεται στα περίχωρα της Βαρκελώνης. Τρεις γενιές μιας αριστοκρατικής οικογένειας ζουν μέσα στις σελίδες αυτού του μυθιστορήματος που είναι πλεγμένο με τη γερή ύφανση της καλής ισπανικής μυθοπλασίας: πάθη, χαρακτήρες και η σκληρή σύγχρονη ιστορία αυτής της χώρας από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τη δικτατορία του Φράνκο.
Μάρω Βασιλειάδου
 
ΤΖΕΪΝ ΧΑΡΠΕΡ
Αγρια φύση
μτφρ.: Χίλντα Παπαδημητρίου
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 448
 
ΚΑΖΟΥΟ ΙΣΙΓΚΟΥΡΟ
Η Κλάρα και ο Ηλιος
μτφρ.: Αργυρώ Μαντόγλου
εκδ. Ψυχογιός, σελ. 384
 
Οντας από εκείνους τους περίεργους που ανταλλάσσουν ευχαρίστως το μπάνιο και το άραγμα στην παραλία με μια καλοκαιρινή εξόρμηση στο βουνό, η «Αγρια φύση» της Τζέιν Χάρπερ μίλησε κατευθείαν στην καρδιά μου. Τι καλύτερο άλλωστε, μέσα στο καυτό θέρος, από μια απόδραση στις ορεινές θερμοκρασίες, εκεί όπου η νύχτα περνά κάτω από… κουβέρτες και παπλώματα. Οι πέντε ηρωίδες της Χάρπερ βέβαια δεν περνούν ακριβώς ειδυλλιακά στη βουνίσια εκδρομή τους αντιθέτως χάνονται μέσα στο πυκνό δάσος, ενώ μία από αυτές θα εξαφανιστεί για τα καλά, πυροδοτώντας τις έρευνες της αστυνομίας.

Κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου είναι (φαινομενικά) ξανά ο ομοσπονδιακός πράκτορας Ααρον Φαλκ, τον οποίο είχαμε γνωρίσει ήδη από την μπεστ σέλερ «Ξηρασία». Λέμε «φαινομενικά» διότι, τόσο στην «Αγρια φύση» όσο και στα υπόλοιπα βιβλία της Χάρπερ, ο πιο βασικός πρωταγωνιστής είναι το μοναδικό αυστραλιανό τοπίο. Είτε πρόκειται για ένα μέρος στην ενδοχώρα όπου έχει να βρέξει δύο χρόνια είτε για το υγρό, παρθένο δάσος όπως εδώ, η συγγραφέας έχει τον τρόπο της να σε παρασύρει αναλόγως, σε βαθμό που… ζεσταίνεσαι ή κρυώνεις μαζί με τους ήρωες. Τα όσα περνούν οι τελευταίοι στο βιβλίο θα μπορούσαν βέβαια να αποθαρρύνουν κάποιους από το να ανέβουν στο βουνό, στη δική μου περίπτωση όμως είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα και οι καταρράκτες του Ολύμπου ήδη με καλούν.

Μια πολύ καλογραμμένη σκηνή με φόντο καταρράκτη υπάρχει και στο «Η Κλάρα και ο Ηλιος» του Καζούο Ισιγκούρο. Μπορεί ο νομπελίστας λογοτέχνης να μην έχει για θέμα του τελευταίου βιβλίου του εκδρομές και τρεχαλητά, αλλά την πολύ πιο επίκαιρη τεχνητή νοημοσύνη, όμως ο τρόπος που το διαχειρίζεται είναι βαθιά ανθρώπινος και τρυφερός. Η Κλάρα του τίτλου είναι ένα τρομερά εξελιγμένο ρομπότ, μια τεχνητή φίλη, η οποία από τη βιτρίνα του καταστήματος όπου πωλείται παρατηρεί τον κόσμο περιμένοντας κάποιος πελάτης να τη διαλέξει. Οταν αυτό τελικά θα συμβεί, εκείνη γνωρίζει μια νέα «ζωή», καθώς προσαρμόζεται στον κόσμο των ανθρώπων.

Οπως συμβαίνει και στη σκηνή του καταρράκτη, έτσι και όλο σχεδόν το βιβλίο αποτελεί μια διαρκή συλλογή εμπειριών μέσα από τα μάτια της Κλάρα, η οποία γνωρίζει τον κόσμο από την αρχή, είναι σαν να κάνουμε διακοπές, από αυτές που ανακαλύπτεις καινούργια μέρη, ακόμα κι όταν αυτά, στην προκειμένη περίπτωση, βρίσκονται στην πίσω αυλή του σπιτιού. Προχωρώντας με την ανάγνωση, βγάζεις το παράξενο, σχεδόν αμήχανο συμπέρασμα πως τα ρομπότ, που σε πολλά πράγματα έχουν την αθωότητα παιδιών, δια-θέτουν μεγαλύτερη ενσυναίσθηση από τους δημιουργούς τους. Ο δε Ηλιος, που γράφεται εδώ με κεφαλαίο, παραμένει ο απόλυτος ζωοδότης, έμβιων αλλά και κατασκευασμένων όντων.
Αιμίλιος Χαρμπής

vivlia-ennea-protaseis-gia-to-kalokairi0

JOHN WILLIAMS 
Το πέρασμα του μακελάρη
μτφρ.: Αθηνά Δημητριάδου
εκδ. Gutenberg, σελ. 464
  
ANTONIO SKARMETA 
Οι μέρες του ουράνιου τόξου
μτφρ.: Αγγελική Βασιλάκου
εκδ. Κλειδάριθμος, σελ. 231
 
Συλλογικό
Ο κόσμος του χθες, ο κόσμος του αύριο. 60 συγγραφείς μοιράζονται με το Φεστιβάλ ΛΕΑ κείμενα για την πανδημία
εκδ. Καστανιώτη, σελ. 445
 
Δύσκολο πράγμα τελικά η αυτονομία. Εκεί που έχεις βολευτεί σε αναγκαστικούς περιορισμούς, σου επιτρέπεται ένα ασταθές βήμα παραπέρα. Γνωρίζεις όμως πού θα κινηθείς; Αν όχι, γιατί ακριβώς να βγεις έξω; Και είσαι άραγε βέβαιος σε τι θες να επιστρέψεις; Μέχρι στιγμής διίστανται οι ίδιες σου οι απόψεις. Πιο σίγουρο ακούγεται το εξής «απλό» συμπέρασμα: με καραντίνα ή χωρίς, υπάρχουν κάποιοι πόθοι οξείς, αλλά αόριστοι οδυνηροί, αλλά αξεδιάλυτοι.

Ευτυχώς, κάπως έτσι αισθάνεται και ο Γουίλ Αντριους, ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος «Το πέρασμα του μακελάρη» του Αμερικανού συγγραφέα Τζον Γουίλιαμς. Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο Αντριους παρατάει τις σπουδές του και, επηρεασμένος από τα διδάγματα του Εμερσον και του Θορώ περί αρμονικής συνύπαρξης ανθρώπου και φύσης, φθάνει σε μια πόλη της Αγριας Δύσης, χωρίς να ξέρει τι ζητάει ή αν θα το αναγνωρίσει. Ο Αντριους συναντά τον Μίλερ, έναν εμμονικό κυνηγό βουβαλιών (έναν Κάπτεν Εϊχαμπ του βουνού) και μαζί με τον θρησκευόμενο βοηθό του και έναν κυνικό εκδορέα ξεκινούν για τα Βραχώδη όρη. Η σκληρότητα του φυσικού κόσμου και η ματαιότητα του ανθρώπινου είναι ανελέητες και ενώ ο Αντριους αναρωτιέται αν το νόημα που αναζητούσε βρίσκεται στη διαπίστωση πως «δεν υπάρχει τίποτα, τίποτα απολύτως εκτός από σένα κι απ’ αυτό που θα μπορούσες να είχες κάνει», εσύ, ο αναγνώστης, απολαμβάνεις ένα υπαρξιακό γουέστερν που έστρεψε το είδος σε πιο τραχιά, ρεαλιστικά μονοπάτια.

Εδώ όμως είναι πόλη, όχι βουνό. Εδώ, όταν τίθεται το ερώτημα «Μα τι σου λείπει, λοιπόν;», η απάντηση μπορεί να είναι «Η χαρά. Το φως στο τέλος του τούνελ». Ο νέος σου λογοτεχνικός ήρωας ζει στο Σαντιάγκο της Χιλής του Πινοσέτ, λέγεται Νίκο Σάντος και ο πατέρας του συλλαμβάνεται από το καθεστώς. Στο μυθιστόρημα του Αντόνιο Σκάρμετα «Οι μέρες του ουράνιου τόξου», ο πόθος είναι πιο ξεκάθαρος: ο πατέρας του ήρωα να σωθεί και η χώρα να ελευθερωθεί, με τη βοήθεια ενός 15λεπτου διαφημιστικού σποτ, που στο δημοψήφισμα της 5ης Οκτωβρίου 1988, όπως συνέβη και στην πραγματικότητα, θα πείσει τον λαό να μην ψηφίσει άλλα οκτώ χρόνια δικτατορίας.

Στην ακόμα πιο ειδική συνθήκη της πανδημίας, σε ένα εμβολιαστικό κέντρο λόγου χάρη, ο πόθος που σε συνδέει με τους υπολοίπους ορίζεται από την ευαλωτότητα των σωμάτων σας. Δεν είναι και λίγο. Το όραμα γίνεται πλέον όχι μόνο ξεκάθαρο, αλλά επιτακτικό. Ισως το συμπυκνώνει ο Σαντιάγκο Γκαμπόα, στο κείμενο «Κορωνοϊός: ο καθρέφτης του κόσμου», από τον συλλογικό τόμο «Ο κόσμος του χθες, ο κόσμος του αύριο. 60 συγγραφείς μοιράζονται με το Φεστιβάλ ΛΕΑ κείμενα για την πανδημία». «Αλλά ποτέ δεν ένιωσα», γράφει ο Γκαμπόα, «όπως σήμερα, κάτι παρόμοιο: την ιδέα ότι δεν υπάρχει άλλος πιθανός τόπος και, την ίδια στιγμή, τον ίλιγγο του να νιώθεις ότι αυτός ο κόσμος, στην ολότητά του, είναι ένας τόπος αβέβαιος. Δεν υπάρχει καταφύγιο ούτε προστάτης ουρανός και καταπώς φαίνεται και οι θεοί μας εγκατέλειψαν. Τι μας μένει; Η αλληλεγγύη μεταξύ ομοίων, η χείρα βοηθείας, η βαθιά κατανόηση. Ενας ανθρωπισμός που βασίζεται στο ότι μείναμε απροστάτευτοι».
Νικόλας Ζώης
 
ΝΤΟΜΕΝΙΚΟ ΣΤΑΡΝΟΝΕ
Τα κορδόνια
μτφρ.: Σταύρος Παπασταύρου
εκδ. Πατάκη, σελ. 216
 
ΕΥΤΥΧΙΑ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Η νόσος του μικρού θεού
εκδ. Ικαρος, σελ. 488
  
«Περάσαμε χρόνια, δεκαετίες παίζοντας αυτό το παιχνίδι, μας έγινε συνήθειο: το να ζούμε μέσα στην καταστροφή, το να απολαμβάνουμε τις ταπεινώσεις, αυτή ήταν η κόλλα που μας ένωνε. Γιατί; Ισως για χάρη των παιδιών. Σήμερα ωστόσο δεν είμαι πια και τόσο σίγουρη γι’ αυτό, νιώθω αδιαφορία ακόμα και για κείνα. Τώρα που πλησιάζω στα ογδόντα, μπορώ να πω ότι δε μου αρέσει τίποτα απ’ τη ζωή μου».

Ο Αλντο και η Βάντα είναι ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που επιστρέφει στο σπίτι του στη Ρώμη έπειτα από ολιγοήμερες διακοπές, για να το βρει άνω κάτω και με τον γάτο τους εξαφανισμένο. Το συγύρισμα του διαμερίσματος βγάζει στην επιφάνεια τα μυστικά του ζευγαριού που κάθε άλλο παρά κρυμμένα ή ξεχασμένα είναι.

Ο Ιταλός συγγραφέας Ντομένικο Σταρνόνε παραδίδει με «Τα κορδόνια» ένα μικρό, πυκνό σε λόγο και νοήματα αριστούργημα για τη φθορά των ανθρώπινων σχέσεων και τη μετατροπή ενός γάμου σε μια φυλακή για την τετραμελή οικογένεια του ζευγαριού. Το ζευγάρι παντρεύτηκε ως ένδειξη ανεξαρτησίας λίγο μετά τα 20 τους χρόνια. Επειτα όμως από 15 χρόνια γάμου και με δύο μικρά παιδιά, ο Αλντο εγκαταλείπει τη Βάντα για μια πολύ νεότερη γυναίκα. Εκείνος ανακαλύπτει τις χαμένες χαρές της ζωής στη Ρώμη, εκείνη προσπαθεί να μεγαλώσει δύο παιδιά μόνη στα στενά της Νάπολης. Οσο κι αν ο Αλντο προσπαθεί να διαγράψει το παρελθόν του, στο τέλος επιστρέφει σε αυτό. Επανασυνδέεται με την οικογένειά του αλλά τίποτα δεν θα είναι πια το ίδιο. Χωρισμένο σε τρία μέρη και με ευρηματικές αφηγήσεις από τα τρία πρόσωπα της ιστορίας (Αλντο, Βάντα, τα δύο αδέλφια), ο συγγραφέας μιλάει με χιούμορ και ρεαλισμό για τις υπόγειες δυνάμεις που κρατούν τους ανθρώπους μαζί, την αγάπη, τον έρωτα, την προδοσία και τα τραύματα που δεν κλείνουν ποτέ.

Τα μυστικά που βγαίνουν στην επιφάνεια από έναν άλλο βυθό, αυτόν της Πάρου, βρίσκονται στον πυρήνα του αστυνομικού μυθιστορήματος της Ευτυχίας Γιαννάκη «Η νόσος του μικρού θεού». Η δολοφονία μιας ζάμπλουτης Ελβετίδας, συζύγου ενός Παριανού επιχειρηματία και ύποπτου αρχαιοκαπηλίας, «ενεργοποιούν» τον ήρωα της Γιαννάκη, τον αστυνόμο Χάρη Κόκκινο, από την άνευ αποδοχών άδειά του, ο οποίος ζει σαν ερημίτης στο νησί τα τελευταία τρία χρόνια. Οικογενειακά μυστικά και κυκλώματα αρχαιοκαπηλίας, η Ελλάδα της κρίσης και του εύκολου πλουτισμού, η ομερτά των μικρών, κλειστών κοινωνιών και στο φόντο ο αέναος εμφυλιοπολεμικός διχασμός των προγόνων που επηρεάζει τις ζωές των επιγόνων σε έναν φαύλο κύκλο, όλα αυτά διαπλέκονται σε ένα χορταστικό μυθιστόρημα με στέρεους χαρακτήρες που εκτυλίσσεται στα στενά της Παροικιάς, στις Λεύκες και στις απόμερες παραλίες, με τις θερμοκρασίες να αυξάνονται και τις ορδές των τουριστών να ξεχύνονται στο νησί.
Σταύρος Ιωαννίδης