ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Φτιάχνοντας έναν ήρωα «δυσάρεστο» – Ο σκηνοθέτης Γ. Γεωργόπουλος μιλάει στην «Κ»

«Συνήθως όταν γυρίζουμε για να ξαναδούμε μια ταινία δεν το κάνουμε για την πλοκή ή το σασπένς, αλλά για να μπούμε ξανά στον κόσμο της».

ftiachnontas-enan-iroa-dysaresto-o-skinothetis-g-georgopoylos-milaei-stin-k-561435682

Το «Δεν θέλω να γίνω δυσάρεστος, αλλά πρέπει να μιλήσουμε για κάτι πολύ σημαντικό» του Γιώργου Γεωργόπουλου, που κυκλοφορεί από χθες στις αίθουσες, αντλεί τον μακροσκελή τίτλο του από μια ατάκα του πρωταγωνιστή, ο οποίος αναλαμβάνει να ειδοποιήσει τις πρώην συντρόφους του για ένα πιθανά θανατηφόρο σεξουαλικό νόσημα που τους έχει μεταδώσει. Η πανδημία της ταινίας πάντως, που απειλεί μόνο τις γυναίκες, δεν ήταν… επί τούτω σχεδιασμένη από τον δημιουργό της: «Προφανώς δεν νιώθω ότι είμαι κανενός είδους προφήτης. Απλώς καμιά φορά ξεκινάς να κάνεις κάτι που εντάσσεται στο φανταστικό και καταλήγει να γίνει κοινωνικός ρεαλισμός», μας λέει γελώντας ο Γεωργόπουλος και συνεχίζει: «Αυτό πάντως που είναι κοινό τόσο στην ταινία όσο και στην πραγματικότητα που ζήσαμε είναι η διαδικασία της αλλαγής, της περισυλλογής που σου προκαλεί μια τέτοια κατάσταση και το πως συχνά βγαίνεις διαφορετικός από αυτήν».

Το πιο ιδιαίτερο ίσως στοιχείο του φιλμ του Ελληνα κινηματογραφιστή είναι ο κεντρικός ήρωας (Ομηρος Πουλάκης), ο οποίος δεν είναι ακριβώς φτιαγμένος για να γίνει συμπαθής στον θεατή. «Είναι όντως λίγο… καθικάκι. Σίγουρα μια τέτοια επιλογή έχει ρίσκο, αλλά ταυτόχρονα είναι και πρόκληση. Οταν στήνεις σε αφηγηματικό-συναισθηματικό επίπεδο μια ταινία, είναι δύσκολο να “πουλήσεις” αυτόν τον χαρακτήρα στο κοινό. Το εύκολο για έναν σκηνοθέτη είναι να στήσει 1-2 σκηνές, όπου ο ήρωας “σπάει” ή αναλογίζεται τι έχει κάνει κ.ο.κ.· είχα τέτοιες σκηνές, όμως σταδιακά τις απέρριψα όλες, γιατί μου φαινόταν λίγο φθηνό όσον αφορά την ηθική διαχείριση του χαρακτήρα».

Αυτός, ωστόσο, δεν είναι ο μόνος ασυνήθιστος στο φιλμ. Ο Βαγγέλης Μουρίκης υποδύεται το αφεντικό του πρωταγωνιστή, έναν μάλλον αδίστακτο άνδρα, οποίος όμως απαγγέλλει ποίηση μέσω του λαρυγγόφωνου που χρησιμοποιεί, δίνοντας μια σχεδόν σουρεαλιστική διάσταση. «Οταν έκανα το ρεπεράζ για την προηγούμενη ταινία, έψαχνα ένα ενεχυροδανειστήριο στην περιοχή της Ομόνοιας. Βρήκα τελικά ένα κάπως τρομακτικό, σκοτεινό, με κάτι παλιά κάγκελα. Ξαφνικά ακούω από μέσα μια τέτοια τεχνητά ενισχυμένη φωνή και φυσικά μου κόπηκε το αίμα. Ηξερα όμως αμέσως ότι είχα βρει έναν χαρακτήρα».

ftiachnontas-enan-iroa-dysaresto-o-skinothetis-g-georgopoylos-milaei-stin-k0
Ο Γιώργος Γεωργόπουλος επιστρέφει στη μυθοπλασία μετά το επίσης αξιόλογο «Tungsten».

Ενα άλλο σημαντικό σημείο του «Δυσάρεστου» έχει να κάνει με την αισθητική του. «Υπάρχουν έντονα στοιχεία μιας corporate οπτικής του κόσμου, όπως και του ρόλου που παίζει η τεχνολογία στις ζωές μας. Συνήθως όταν γυρίζουμε για να ξαναδούμε μια ταινία δεν το κάνουμε για την πλοκή ή το σασπένς, αλλά για να μπούμε ξανά στον κόσμο της. Αυτός πρέπει να είναι πειστικός και ταυτόχρονα με έναν τρόπο διαφορετικός από τον πραγματικό», παρατηρεί ο σκηνοθέτης.

Χώρα παρηκμασμένη

Τόσο εκείνος, πάντως, όσο και άλλοι συνάδελφοί –και φίλοι– του στις πιο πρόσφατες δουλειές τους παρουσιάζουν ένα συγκεκριμένο «τοπίο», μια χώρα παρηκμασμένη, όπου κυριαρχούν οι ανισότητες και οι περασμένες δόξες. «Αρχικά, προφανώς και είμαστε “χωριό” στο ελληνικό σινεμά, κάνουμε παρέα μεταξύ μας, ανταλλάσσουμε ιδέες, βοηθάμε και συμμετέχουμε στις δουλειές ο ένας του άλλου. Από εκεί και έπειτα στις ταινίες εντοπίζεις τα θέματα που σε απασχολούν, π.χ. την ανισότητα ή οτιδήποτε άλλο. Εγώ διάλεξα συγκεκριμένα σημεία, για παράδειγμα το Μαρούσι –εκεί έχω μεγαλώσει κιόλας– όπου είναι σαν να έχει φυτρώσει ένας ολόκληρος επιχειρηματικός “πολιτισμός” σε λάθος μέρος. Με τα χρόνια γέρασαν κιόλας αυτά τα κτίρια, έμειναν αφρόντιστα και μοιάζουν από μόνα τους σαν μικρή δυστοπία».

Ο «Δυσάρεστος» έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά αξιόλογων ελληνικών ταινιών που βλέπουμε αυτό το καλοκαίρι στις αίθουσες. «Το πολύ θετικό είναι ότι ο κόσμος στηρίζει φέτος τις ελληνικές ταινίες με την παρουσία του. Αυτό με χαροποιεί πολύ προσωπικά, ακόμα κι αν δεν δουν τη δική μου ταινία, ας πάνε να δουν κάποια άλλη ελληνική…».