ΒΙΒΛΙΟ

Ο ηλεκτρικός διάδρομος του μοναχού…

Eίκοσι πέντε διηγήματα υπέρβασης, μετάλλαξης, γεμάτα συγκίνηση

o-ilektrikos-diadromos-toy-monachoy-561466165

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗΣ
ΠΡΟΣΟΧΗ: εποχιακή
διέλευση βατράχων
εκδ. Πατάκη, σελ. 226 

o-ilektrikos-diadromos-toy-monachoy0Είκοσι πέντε μικροί κόσμοι, είκοσι πέντε κοσμήματα γραφής. Ταξίδι και παρατήρηση, εσωτερίκευση και αποτύπωση, διαδρομές του μυαλού και του συναισθήματος, άλλοτε πασιφανείς κι ευκολοδιάβαστες, άλλοτε να απαιτούν τη φαντασία του αναγνώστη, αν αφεθεί να ανιχνεύσει τα αποσιωπητικά μπορεί να γνωρίσει καινούργιους δρόμους που ίσως ούτε ο ίδιος ο συγγραφέας δεν γνώριζε, δεν στόχευσε, δεν συνειδητοποίησε. 

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης πλάθει ιστορίες γεμάτες συγκίνηση, με μια ελαφρά ειρωνεία που χαρακτηρίζει τον λόγο του, μας θυμίζει πόσο πυκνό, ρευστό, κομψό κι ευαίσθητο μπορεί να είναι ένα διήγημα. Δεν εκβιάζει το συναίσθημα αναζητώντας δήθεν συγκινήσεις, δεν εξωθεί στα άκρα τη λύπη, επιτρέπει την έκπληξη, ένα χαμόγελο αποδοχής και συνενοχής μας στις ιστορίες του, που φανερώνουν το ήθος, την αισθητική κι αυτό που ονομάζουμε ταλέντο. Δεν αρκεί. Η γλώσσα έρχεται να συμπληρώσει, να αναδείξει, να λαμπρύνει τα νοήματα, τα χαρακτηριστικά και τη στάση των ηρώων, τις περιγραφές των γεγονότων και των τόπων. Λέξη τη λέξη είναι φανερό πως ο συγγραφέας τις ζύγιασε σκληρά, τις ακόνισε με χάρη και τις άφησε να υποταχθούν στην έμπνευση.

Ιστορίες που το πραγματικό συνυπάρχει με το υπερβατικό, που το γεγονός μεταπλάθεται και φεύγει από αυτό που αντιλαμβανόμαστε για να αποκαλύψει πως κρύβει μέσα του ελπίδα, απελπισία, πίστη. Οι ουρανοί είναι πάντα ανοιχτοί για τον Σκαμπαρδώνη. Για να υποδεχθούν τα άλογα που, χωρισμένα από τους στρατιώτες που τα κατείχαν, παλεύουν με τα κύματα για να τους φτάσουν και ξάφνου ανεβαίνουν ψηλά και καλπάζουν στα ουράνια. Αλλιώς, αν πνίγονταν, θα ήταν πολύ βαρύ για τον εγγονό να το ακούει σαν διήγηση απ’ τον παππού. Κι ο ξενοχάραγος άνθρωπος, με τον θάνατό του δεν υποτάσσεται παρά σηκώνεται, τρέχει σε βουνά και ποτάμια, χάνεται στα έλατα. Η φύση κυριαρχεί στις διηγήσεις, τα φυτά, τα δέντρα, οι πλαγιές, τα δάση, πρωταρχικά μάλλον τα ζώα, έχουν δύναμη ασύλληπτη και καταλυτική, δεν έχουν ζωή, είναι η ζωή η ίδια. Αυτή που με επιμονή και προσπάθεια, με ζήλο κι αγάπη, πάνω απ’ όλα με μητρική αγάπη, θα χαρίσει η Μπέντια, η γριά σκύλα στο νεκραναστημένο κουταβάκι της.   

Aνθρωποι που παλεύουν με το παρελθόν τους, που προσπαθούν να το κάνουν παρόν και μέλλον, βασανισμένοι, αντιμέτωποι με τον θάνατο. Αν ο οίστρος της ζωής, διονυσιακά σχεδόν, ξεπηδά μέσα από τις σελίδες, είναι που ο θάνατος παραμονεύει παντού, αφανίζει ζωές, κόβει ανάσες, σκάβει τάφους. Σ’ αυτούς τους τάφους, μια νύχτα, φορτωμένοι την νταμιτζάνα το τσίπουρο θα πάει η παρέα για καντάδα, για μοιρολόι, για μεθύσι, για παρηγοριά. Σ’ αυτές τις ιστορίες, όλες οι στιγμές της ζωής έχουν τη θέση τους. Κι η λύπη κι η αρρώστια κι η αναπηρία, μα και η χαρά, η δημιουργία, η σκανταλιά. Γιατί τι άλλο είναι, παρά μια αθώα σκανταλιά, το «μόνο νερό. Ας με συγχωρήσει ο Χριστούλης μας. Μόνο νερό αδερφέ» που σεμνά ξεστομίζει ο Αγιορείτης, έχοντας κατεβάσει μια γερή γουλιά τσίπουρο; 

Αν το βλέμμα του Σκαμπαρδώνη τυλίγει με μια αθωότητα τις ιστορίες του, είναι αυτό το υπερβατικό και ανέλπιστο που τις κάνει λαμπερές κι επιτρέπει στον καθένα μας να νοηματοδοτήσει όσα συμβαίνουν κι όσα πλάθει η φαντασία, όσα υπάρχουν κι όσα ντύνονται με ελπίδα, προσμονή, εγκαρτέρηση. 
Τρεις από τις είκοσι πέντε ιστορίες είναι του Αγίου Oρους. Μοναστήρια και μοναχοί, σκήτες κι ακολουθίες, μαγειρική και μονοπάτια, άσκηση και προσευχή, πίστη και ταπείνωση, αναβλύζουν ακατάπαυστα από τις σελίδες. Μία τους, όμως, είναι παντελώς ξεχωριστή. «Ο διάδρομος». Ο μοναχός ζητάει και ο ηγούμενος του επιτρέπει να πεζοπορεί μέσα στο κελί του πάνω σε ηλεκτρικό διάδρομο, αντί για έξω στη φύση. Η ομορφιά της φύσης μούδιαζε το μυαλό του και ξαστοχούσε τον Θεό. Eνιωσε να τον κυριεύει η απώλεια του εαυτού του, η προδοσία της προσευχής, το κενό του σχήματος του μοναχού. Κι έτσι, για να σωθεί και να σώσει, να ξαναβρεί τη νηφάλιο μέθη, τη χαρμονή του πένθους και την κλειστή μοναξιά, απαρνιέται τους περισπασμούς της φύσης, που δεν είναι άλλοι από τις ομορφιές της σε κάθε βήμα, σε κάθε μονοπάτι, όλες τις εποχές, κι ανυψώνεται μονολογώντας και τρέχοντας μέσα στο κελί.  

Αυτός είναι ο τρόπος του Σκαμπαρδώνη. Αυτόν μας συστήνει με τα διηγήματά του. Της υπέρβασης και της μετάλλαξης. Που θα μας κάνει από γυρίνους, βατράχους που εποχικά θα μετακινούμαστε για να βρούμε το κατάλληλο στάσιμο νερό, που μέσα στην ακινησία του υπόσχεται τη συνέχιση της ζωής. Για να μπορούμε να πούμε στο τέλος, σαν τον συγγραφέα, «το πανηγύρι είναι τρανό κι ο τόπος είναι λίγος». Αρκεί να υπάρξει η προσοχή των άλλων την ώρα της διέλευσής μας.