ΒΙΒΛΙΟ

Η γενιά που αισθητικοποίησε το Αιγαίο

Η γενιά που αισθητικοποίησε το Αιγαίο

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΝΤΟΥΝΙΑ
Αργοναύτες και σύντροφοι. 
Οψεις του λογοτεχνικού πεδίου 
στη δεκαετία του ’30 
εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας 
σελ. 406

Η γενιά που αισθητικοποίησε το Αιγαίο-1Τα δεκαπέντε κεφάλαια της μελέτης «Αργοναύτες και σύντροφοι» αποτελούν την ώριμη κατάθεση μιας ερευνήτριας που επί δεκαετίες στοχαστικά αναζήτησε ιδέες, ήχους και χρώματα στην ποίηση και στην πεζογραφία του Μεσοπολέμου. Λογοτεχνικά περιοδικά της Αριστεράς, Καζαντζάκης, Καρυωτάκης, Πολυδούρη και Πέτρος Πικρός αποτελούν μερικούς από τους βιβλιογραφικούς σταθμούς της Χριστίνας Ντουνιά στη διάρκεια της αδιάλειπτης παρουσίας της στο φιλολογικό και εκπαιδευτικό στερέωμα. Εχοντας εντρυφήσει στον δοκιμιακό μόχθο των Μεσοπολεμικών, έχοντας ενδιατρίψει στα κείμενα της λογοτεχνίας τους, κι έχοντας μελετήσει το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο είδε το φως η καλλιτεχνική και ιδεολογική παραγωγή τους, η συγγραφέας αναδεικνύει στο σημαντικό έργο της μερικούς από τους κρίσιμους κόμβους, τις μείζονες διασταυρώσεις, τις αθέατες συνάψεις και τις παράδοξες συμπλεύσεις που συνθέτουν το μεσοπολεμικό λογοτεχνικό καλειδοσκόπιο. Η μελέτη χρησιμοποιεί το εργαλείο του «λογοτεχνικού πεδίου» όπως το όρισε ο Πιερ Μπουρντιέ. Και θεωρεί ότι η αυτονόμηση του πεδίου (η διεκδίκηση δηλαδή της ανεξαρτησίας του από την παντοκρατορία της οικονομίας και της εκπαίδευσης, προκειμένου να δημιουργήσει ίδιες δομές ιεραρχίας που στη Γαλλία τοποθετείται στα μέσα του 19ου αιώνα) στην Ελλάδα επιχειρήθηκε στην πρώτη μεσοπολεμική δεκαετία του 1920 και ενισχύθηκε στη δεύτερη δεκαετία του 1930. Είναι η εποχή που οι δυναμικοί νεαροί πεζογράφοι και ποιητές διεκδικούν την απόκτηση της συμβολικής εξουσίας που μπορούν να τους προσφέρουν οι λογοτεχνικοί θεσμοί και αγωνίζονται να επικρατήσουν μεμονωμένα ή ως ομάδες. (Ο αυτοχαρακτηρισμός τους «γενιά του ’30» με τον οποίο εντέλει πολιτογραφήθηκαν, αποτέλεσε και αυτός τμήμα της στρατηγικής τους προκειμένου να καθιερώσουν την παρουσία τους ως ευδιάκριτης δυναμικής ομάδας.)

Εχοντας μελετήσει εις βάθος, εκτός από τα καταστατικά κείμενα του Μεσοπολέμου, και το πλήθος του περικειμενικού υλικού που τα πλαισίωσε και νοηματοδότησε (κριτικές, δοκίμια, ημερολόγια, αλληλογραφία, συνεντεύξεις), η Χριστίνα Ντουνιά είναι σε θέση να αναδείξει μερικά από τα μείζονα διακυβεύματα των σχέσεων και αντιπαραθέσεων ανάμεσα στους Μεσοπολεμικούς και τους προγενέστερούς τους, και ανάμεσα στους λογοτέχνες της δεκαετίας του ’20 κι εκείνους της δεκαετίας του ’30. Κατορθώνει έτσι να παρακολουθήσει το λογοτεχνικό πεδίο –ανθρώπους, θεσμούς, γραπτά– καθώς παράγεται και αναπαράγεται κάτω από τη βαριά σκιά του Παλαμά, μες στο διχαστικό περιβάλλον βενιζελικών και αντιβενιζελικών, μες στις ιδεοληψίες καθαρευουσιάνων και δημοτικιστών, κάτω από την πίεση των αναγκών της εθνικής ανασυγκρότησης την επομένη της Μικρασιατικής Καταστροφής, σε αναζήτηση των οραμάτων κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας, και μες στην αγωνία των διαρκών αισθητικών αναζητήσεων.

Χρειάζεται η πολυετής τριβή με ένα πολυσχιδές υλικό, ένα ισχυρό αίσθημα ιστορίας και μια ικανότητα ευαίσθητης ανάγνωσης των λογοτεχνικών κειμένων προκειμένου να κατορθώσεις, όπως η Ντουνιά, να υπερβείς τις συνήθως στεγνές ορίζουσες της φιλολογικής μελέτης και, τηρώντας τις δύσκολες προδιαγραφές της επιστήμης, να μετατρέψεις ένα πεδίο έρευνας σε ζωντανή εποχή. Με μια κρίσιμη φράση απ’ τις συνεντεύξεις, με την τεχνική της δραματοποίησης που προσφέρουν οι ανταλλαγές απόψεων στις επιστολές, με εικόνες μέσα από τα κείμενα των μυθιστορημάτων, καθώς και με την εύστοχη χρήση στίχων, η συγγραφέας κατορθώνει να ζωντανέψει τη γενιά που αισθητικοποίησε το Αιγαίο, ένιωσε σαν ομάδα Αργοναυτών, δοκίμασε την υπερρεαλιστική μέθη, ανέπτυξε παρακμιακό πεσιμισμό αλλά και αγωνιστικό οίστρο, ή επέλεξε να υμνήσει τον σαρκικό δαίμονα.