ΒΙΒΛΙΟ

Η ποιητική φλόγα των μικρών ονομάτων

i-poiitiki-floga-ton-mikron-onomaton-561586678

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΡΕΒΕΔΟΥΡΑΚΗΣ
Μικρά ονόματα
εκδ. Πανοπτικόν, σελ. 125

Υπάρχει, µέσα στην εύπεπτη χάρη της, μια ποίηση της παρέας, πραγματικής ή φαντασιακής. Oσο μπορώ να σκεφθώ, γράφεται από άνδρες. Απευθύνεται σε άνδρες επίσης (ας κρυφακούσουν, αν θέλουν, οι αναγνώστριες). Ο τόνος είναι λιγάκι μποέμ, που θα το εννοήσουμε εδώ με πολύ ευρεία έννοια. Φανταζόμαστε τα εν λόγω ποιητικά υποκείμενα κάπως ντυμένους, κάπως καπνίζοντες, κάπως λοξοκοιτάζοντες, κάπως κουτσοπίνοντες. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, η υπόθεση, μολονότι διαθέτει μια κάποια δημοφιλία, δεν διαθέτει σθεναρό ποιητικό ενδιαφέρον, εφόσον επιδιώκει κανείς να γνωρίσει τη βαθιά ποιητική απόλαυση. Η τάση αυτή αποτελεί και μια κάπως ολισθηρή ευκολία για κάποιους νεότερους ποιητές, όταν αυτοί συνεχίζουν ως αειθαλείς νεόγεροι τον ποιητικό πολιτισμό ενός αθάνατου φαντασιακού καφενείου ή μπαρ ή άλλου «στεκιού».

Φυσικά, οι κανόνες έχουν εξαιρέσεις. Ενώ, λοιπόν, η παρόρμησή μου θα ήταν να ξετινάξω υπό το πιο πάνω πρίσμα την υπό συζήτηση πέμπτη συλλογή του Πρεβεδουράκη (γεν. 1977), πολλά πράγματα με υποχρεώνουν, αντίθετα, να τη σεβαστώ. Θα μπορούσα μάλιστα να πω ότι το βιβλίο αυτό με συγκινεί περισσότερο από όλα τα (ανεξαιρέτως αξιόλογα) προηγούμενά του. Κατορθώνει εδώ την πύκνωση ενός πηγαίου λυρικού τόνου με καλά ελεγχόμενη ποιητική οικονομία. Ο ολιγόστιχος λυρισμός είναι, πιστεύω, το δυνατό σημείο του, και όχι το δοκιμιακό – αφηγηματικό ποίημα, το οποίο επίσης καλλιεργεί. Λίγες είναι οι εκ μέρους του παραχωρήσεις στον πειρασμό της στυλιστικής ευκολίας, την οποία εδώ και χρόνια με άνεση χειρίζεται. Τα μικρά ποιήματα του βιβλίου συγκροτούν μια καθαρή σπονδυλωτή ενότητα. Διαβάζονται ασφαλώς και αποσπασματικά, αλλά μονάχα η προσεκτική ανάγνωση από την αρχή μέχρι το τέλος αποκαλύπτει τις αρετές και τη δύναμη του πειθαρχημένου έργου. Πρόκειται, σε ένα πρώτο επίπεδο, για συνομιλία με εκλιπόντα φίλο, και μάλιστα ποιητή (το «ιστορικό» πρόσωπο κατονομάζεται στη διακριτική επιμνημόσυνη αφιέρωση, αλλά, πραγματικά, δεν είναι καθόλου κρίσιμο για την απόλαυση και την αποτίμηση της δουλειάς αυτής).

Η συνομιλία δίνει στο ποιητικό «εγώ» ποικίλες αφορμές για αναμέτρηση με το παρελθόν, την απώλεια, το σκληρό πέρασμα του χρόνου. Η έλλειψη καμουφλάζ ως προς το τετριμμένο των θεμάτων μάς επιτρέπει να καθίσουμε αναπαυτικά και να απολαύσουμε όχι τι λέει, αλλά πώς: «η τελευταία ανάσα τους/ το μελτεμάκι αυτό/ καταμεσής/ του πιο απόκρημνου Ειρηνικού μας» δεν είναι, για παράδειγμα, στίχοι μαστόρικοι με θέμα τον ανείπωτο συγκλονισμό του αποχωρισμού; Και παρακάτω, η συμφιλίωση με την απώλεια, χωρίς μελοδραματισμό και χωρίς άρνηση: «μέσα στους μέλανες δρυμούς/ της λησμονιάς τους βαδίζουμε/ γιατί έτσι ξεχνάει το είδος μας:/ περπατώντας». Παρατηρούμε την επιδίωξη της γενίκευσης. Από το αρχικό διμερές ρέκβιεμ, απευθυνόμενο από τον ποιητή στον φίλο, το ποίημα ανοίγεται τώρα σε ολόκληρο το φάσμα των διά βίου αποχαιρετισμών.

Με καλά οργανωμένες και μετρημένες προωθητικές κινήσεις οδηγεί έτσι τον συρμό του ο Πρεβεδουράκης από το ατομικό στο συλλογικό, από το διμερές στο κοινοτικό, από τη γυναίκα του νεκρού στη χαμένη ερωμένη των νεανικών χρόνων του ποιητικού υποκειμένου που, αιφνιδιαστικά και καταλυτικά, παρεμβάλλεται και εκτοπίζει για λίγο τα πάντα: «δεν φτάνει που είναι όμορφη Λαμπρινέ/ παίζει και βιολοντσέλο» και «την ξαναείδα/ σαράντα μέρες μετά/ απ’ το μνημόσυνό σου». Ωραίο και επιτυχημένο το καλειδοσκοπικό άνοιγμα από το ένα πένθος στο άλλο, από τον θρήνο του νεκρού στην απαρηγόρητη, ακόρεστη ερωτική επιθυμία. Ο γενικός τίτλος («Μικρά ονόματα») δίκαια συνοψίζεται στους ακόλουθους στίχους ως μινιμαλισμός μιας στάσης και ως ευφυΐα ενός προγράμματος: «μικρά ονόματα-φλέβες και φωταγωγοί/ για να λιάζεται καθώς αργοκυλά/ το κοινόχρηστο αίμα».