Ι. Γκραντέλ στην «Κ»: Είχα ειδοποιήσει το Βρετανικό Μουσείο

Ι. Γκραντέλ στην «Κ»: Είχα ειδοποιήσει το Βρετανικό Μουσείο

Μιλάει στην «Κ» για το σκάνδαλο των κλοπών 2.000 αρχαιοτήτων

4' 39" χρόνος ανάγνωσης
Ακούστε το άρθρο

Είχε ενημερώσει το Βρετανικό Μουσείο για κλοπές αρχαιοτήτων από τις αποθήκες του ήδη από τον Φεβρουάριο του 2021. Τότε είχε λάβει την απάντηση ότι το ζήτημα ερευνήθηκε και όλα είναι καλώς καμωμένα, ενώ μετά το ξέσπασμα του σκανδάλου τον περασμένο Αύγουστο ο διευθυντής του ιδρύματος, Χάρτγουιγκ Φίσερ, έφθασε στο σημείο να τον κατηγορήσει ότι και ο ίδιος κατέχει περισσότερα «κλοπιμαία» από όσα είχε εντοπίσει αρχικά στο eBay και τον είχαν βάλει σε υποψίες. Τελικά, όταν ο Φίσερ παραιτήθηκε, απέσυρε μετανιωμένος τις δηλώσεις του. Επόμενο είναι, λοιπόν, ο Δανός ιστορικός και έμπορος τέχνης Ιτάι Γκραντέλ να αισθάνεται σήμερα «πολύ χαρούμενος» και «απολύτως δικαιωμένος». Μάλιστα, αν ο Φίσερ δεν είχε απολογηθεί, ο Γκραντέλ θα τον κατηγορούσε για δυσφήμηση. «Δεν έχω όμως την επιθυμία να περάσω μήνες ή και χρόνια σε μια δικαστική υπόθεση εναντίον του», λέει στην «Κ» και συνεχίζει: «Εχω δεχθεί τη συγγνώμη του. Εκείνες οι δηλώσεις είναι “περασμένα ξεχασμένα”».

Ι. Γκραντέλ στην «Κ»: Είχα ειδοποιήσει το Βρετανικό Μουσείο-1Εξάλλου, ο Ιτάι Γκραντέλ βρίσκεται, όπως λέει, σε επαφή με το Βρετανικό Μουσείο από τον περασμένο Μάρτιο, προκειμένου να βοηθήσει το ίδρυμα στην ταυτοποίηση και άλλων «απολεσθέντων». Η αστυνομία συνεργάζεται επίσης μαζί του, καθώς και οι δύο ερευνητές που εξετάζουν τους χειρισμούς του μουσείου στην υπόθεση. Ομως ο 58χρονος δεν γνωρίζει επακριβώς τις αιτίες της αδιαφορίας του ιδρύματος απέναντι στις προειδοποιήσεις του. Ο Τζορτζ Οσμπορν την είχε αποδώσει στο «groupthinking», την «αγελαία σκέψη» θα λέγαμε. «Ακούγεται εύλογο μέχρις ενός σημείου και μόνο εν μέρει μπορεί να εξηγήσει την παράξενη αντίδραση στις αναφορές μου το 2021», σχολιάζει ο Γκραντέλ. Εικάζει πάντως ότι το ίδρυμα είχε φοβηθεί το ενδεχόμενο ενός σκανδάλου που θα έπληττε τη φήμη του. «Και η τραγωδία φυσικά είναι», σημειώνει, «ότι εκείνοι οι ακατάλληλοι –για να μην πω κάτι χειρότερο– χειρισμοί έκαναν το σκάνδαλο και το πλήγμα στη φήμη του μουσείου πολύ μεγαλύτερο. Μετέτρεψαν μια διαχειρίσιμη κρίση σε ολοσχερή καταστροφή. Είχα κάνει ό,τι μπορούσα για να αποφευχθεί η δημοσιοποίηση. Ηθελα να βοηθήσω το μουσείο. Θα μπορούσα να είχα απευθυνθεί στον Τύπο οποτεδήποτε, κράτησα όμως στάση αναμονής. Ισως το θεωρείτε λάθος μου, αλλά νόμιζα ότι το μουσείο θα απέφευγε όλο αυτό το χάλι».

Ο Γκραντέλ είχε αρχίσει να υποψιάζεται ότι κάτι δεν πάει καλά όταν το 2016 είδε να πωλείται στο eBay ένα ρωμαϊκό ανάγλυφο κόσμημα, που ενώ είχε δημοσιευθεί σε κατάλογο του Βρετανικού Μουσείου το 1926, ο διαδικτυακός πωλητής ισχυριζόταν ότι έπειτα από μια σειρά νόμιμων διαδικασιών είχε περιέλθει στον παππού του. Κατόπιν βρήκε να πωλείται ακόμη ένα ρωμαϊκό αντικείμενο από τον ίδιο κατάλογο –το θραύσμα ενός σκαλιστού κοσμήματος από νεφρίτη–, ενώ ένα τρίτο κόσμημα, κατασκευασμένο από γυαλί, που ο Δανός τελικά αγόρασε, εντοπίστηκε αργότερα από τον ίδιο σε έναν κατάλογο του 1791, με έργα που ανήκαν στον Τσαρλς Τάουνλι: η συλλογή του είχε παραχωρηθεί στο Βρετανικό Μουσείο το 1814, πιθανότατα χωρίς να καταγραφεί ποτέ επαρκώς. «Διέκοψα τις συναλλαγές με τον πωλητή, αλλά βρήκα ένα αποδεικτικό των συναλλαγών μας με όνομα διαφορετικό από εκείνο που δήλωνε στο eBay», διηγείται ο Γκραντέλ. «Τον ρώτησα αν είναι το πραγματικό του και το αρνήθηκε. Το eBay δέχεται όποιο όνομα δηλώσεις, όμως το PayPal συνδέεται με λογαριασμό τράπεζας, που δύσκολα δέχεται ψεύτικο όνομα. Και εκείνο ήταν το όνομα ενός επιμελητή του Βρετανικού Μουσείου».

Kανένας κλέφτης με σώας τας φρένας δεν θα επικεντρωνόταν σε δημοσιευμένα αντικείμενα – ο συγκεκριμένος ήταν τόσο τσαπατσούλης, που συμπεριέλαβε ακουσίως και κάποια τα οποία βρίσκονται σε καταλόγους.

Για την ιστορία, στις αρχαιότητες που εμπορευόταν ο εν λόγω επιμελητής, ο 56χρονος Πίτερ Χιγκς που στο μεταξύ απολύθηκε από το μουσείο, ο Γκραντέλ δεν εντόπισε κάποιες ελληνικές, προερχόμενες από το Βρετανικό Μουσείο. Σημειώνει όμως ότι στη λίστα υπήρχαν και λίγα αντικείμενα της πτολεμαϊκής περιόδου, που καθώς πωλούνταν από το ίδιο άτομο, ίσως προέρχονταν από το βρετανικό ίδρυμα: «Από μόνα τους τα συγκεκριμένα αντικείμενα δεν αποδεικνύουν κάτι, όμως θα μπορούσαμε ίσως να πούμε ότι είναι “ένοχα λόγω συσχέτισης”», λέει μισοαστεία-μισοσοβαρά ο Δανός. Σε κάθε περίπτωση εκτιμούσε εξαρχής ότι έβλεπε απλώς την κορυφή του παγόβουνου: «Μέχρι στιγμής κάνουν λόγο για περίπου 2.000 αντικείμενα και το μέτρημα συνεχίζεται», υπογραμμίζει και προσθέτει: «Δεν ξέρω αν το νούμερο θα αυξηθεί, όμως δεν εξεπλάγην όταν έμαθα ότι επρόκειτο για πολλές αρχαιότητες. Είχα προειδοποιήσει το Βρετανικό Μουσείο, γιατί κανένας κλέφτης με σώας τας φρένας δεν θα επικεντρωνόταν σε δημοσιευμένα αντικείμενα – προφανώς θα έκλεβε από τους τεράστιους σωρούς των ακατάγραφων και ο συγκεκριμένος ήταν τόσο τσαπατσούλης, που συμπεριέλαβε ακουσίως και κάποια τα οποία βρίσκονται σε καταλόγους. Και βέβαια κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα ρίσκαρε τη φήμη και την καριέρα του για να πουλήσει μερικά φθηνά τεχνουργήματα, που θα του απέφεραν κάποιες εκατοντάδες λίρες. Για να βγάζει νόημα όλο αυτό, πουλούσε πολύ περισσότερα».

Τα Γλυπτά του Παρθενώνα

Αραγε όλα αυτά ενισχύουν και το ελληνικό αίτημα για επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα; «Και ναι και όχι», αποκρίνεται ο Δανός, που πιστεύει ότι ο ισχυρισμός του Βρετανικού Μουσείου περί καλύτερης φύλαξης των ελληνικών αρχαιοτήτων φαίνεται «γελοίος» τώρα πια. «Από την άλλη», καταλήγει, «δεν πρέπει κανείς να είναι κατενθουσιασμένος. Μιλάμε για αντικείμενα που χωράνε σε μια τσέπη, κάτι διαφορετικό από τη ζωφόρο του Παρθενώνα. Το ότι ο κλέφτης ήταν επικεφαλής επιμελητής του τμήματος ελληνικών και ρωμαϊκών αρχαιοτήτων είναι που πιθανόν κάνει ακόμη μεγαλύτερη την ντροπή του Βρετανικού Μουσείου».

Πώς κρίνει τις τελευταίες κινήσεις του Βρετανικού Μουσείου και την επιλογή του Μαρκ Τζόουνς ως μεταβατικού διευθυντή; Ο Τζόουνς, υπενθυμίζουμε στον Γκραντέλ, έχει υποστηρίξει τη δυνατότητα μιας συμφωνίας για τα Γλυπτά του Παρθενώνα. «Το διάβασα, αλλά δεν έχω ιδέα αν αυτός ήταν ένας από τους λόγους για την επιλογή του», ξεκαθαρίζει ο Δανός. «Γνωρίζω την ακαδημαϊκή πορεία του –έχω και δύο εξαίρετα βιβλία του–, όμως νομίζω ότι για την επιλογή του αρκούν η μεγάλη εμπειρία του και η εντυπωσιακή καριέρα του στη διοίκηση μουσείων».

Λάβετε μέρος στη συζήτηση 0 Εγγραφείτε για να διαβάσετε τα σχόλια ή
βρείτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει για να σχολιάσετε.
Για να σχολιάσετε, επιλέξτε τη συνδρομή που σας ταιριάζει. Παρακαλούμε σχολιάστε με σεβασμό προς την δημοσιογραφική ομάδα και την κοινότητα της «Κ».
Σχολιάζοντας συμφωνείτε με τους όρους χρήσης.
Εγγραφή Συνδρομή