ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Δημόσια τέχνη χωρίς φιλοδοξίες

dimosia-techni-choris-filodoxies-2304593

Μείζον αλλά υποτιμημένο είναι το θέμα της δημόσιας τέχνης στην Ελλάδα. Συχνά, και όχι αναίτια, η εκτιθέμενη τέχνη σε δημόσιους χώρους, τέχνη που έχει εγκατασταθεί με μόνιμο χαρακτήρα, λογίζεται ως υποδεέστερη της αντικειμενικής δυνατότητας. Κρίνεται δηλαδή η δημόσια τέχνη, στην Αθήνα, ως τέχνη χωρίς ιδιαίτερες φιλοδοξίες, ιδίως αν σταθούμε στις επιλογές των πρόσφατων χρόνων. Πιθανώς, μια και ο «Δρομέας» απασχολεί τον δημόσιο διάλογο, η διασπορά έργων τέχνης επί δημαρχίας Μιλτιάδη Εβερτ στα τέλη της δεκαετίας του ’80 ήταν μία από τις πιο θεαματικές κινήσεις αν αναλογιστεί κανείς την αποσπασματικότητα και τη γενική ξηρασία.

Η συζήτηση για τη δημόσια τέχνη συντηρείται δυστυχώς όχι τόσο με την ανανέωσή της όσο με την καταστροφή της υπάρχουσας. Η ανομία που επικρατεί και η διάχυση της αντίληψης πως ο δημόσιος χώρος είναι αφρούρητος και εντέλει καταργημένος στην ιδρυτική αρχή του (παύει δηλαδή να είναι κοινό κτήμα σε καθεστώς συνύπαρξης) περιορίζουν τις δυνατότητες. Η δημόσια τέχνη αμύνεται. Γλυπτά που θα μπορούσαν να κοσμούν πλατείες της Αθήνας και άλλων πόλεων μένουν φυλακισμένα σε αποθήκες. Οι νέοι καλλιτέχνες αποθαρρύνονται διά της μεθόδου της πλήρους αδιαφορίας για τη δημιουργία τους. Ο δημόσιος χώρος ενώ θα μπορούσε αφενός να συνοψίζει την ιστορία της τέχνης και αφετέρου να προάγει τη νέα δημιουργία (καλλιεργώντας το «δημόσιο βλέμμα») παραμένει άνυδρος ή στατικός αν όχι σε υποχώρηση.

Ολα αυτά σε μία πόλη χωρίς καμία ένδειξη ότι ξέρει πού βαδίζει. Ακόμη και η κατά τα άλλα ευπρόσδεκτη ένταξη του γλυπτού του Γιάννη Παππά (ένας «Μέγας Αλέξανδρος» έργο τέχνης) γίνεται χωρίς θεωρητική υποστήριξη σε σχέση με την πόλη (ως οργανισμού που εξελίσσεται) και τον δημόσιο χώρο (που προσφέρει ερεθίσματα).

Τα τελευταία δέκα χρόνια, η Αθήνα υποχώρησε συντριπτικά και σε θέματα δημόσιας τέχνης. Η τέχνη φυλάσσεται πλέον μόνο σε χώρους που ελέγχονται. Αυτό όμως συνιστά ήττα. Το Πνευματικό Κέντρο έχει καταθέσει τα όπλα. Τα γλυπτά του ξηλώθηκαν ή εκλάπησαν σε σημαντικό ποσοστό. Η Αθήνα με τη μεγάλη νεοκλασική παράδοση, τον σπουδαίο Μεσοπόλεμο, την άνοιξη του ’60 και τους δεκάδες πρώτης τάξεως σύγχρονους δημιουργούς, παρουσιάζει όψη φθίνουσα. Οταν η κατάσταση είναι αυτή που είναι, ακόμη και η σκέψη φιλοξενίας ενός από τα νοσηρής φαντασίας και απερίγραπτης κακοτεχνίας γλυπτά των Σκοπίων είναι παρανοϊκή. Η Αθήνα οφείλει να κάνει προσκλητήριο σε νέους δημιουργούς, να ξεκλειδώσει αποθήκες και να βγάλει αριστουργήματα στον δρόμο και να διασφαλίσει το δικαίωμα στη δημόσια τέχνη.