ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ

Μικελάντζελο και Σεμπαστιάνο

31--2
2--23
3--24

«Αγαπημένε μου φίλε, πιο αγαπημένε και από πατέρα, σε χαιρετώ. Πιστεύω ότι ο Λεονάρντο (σ.σ.: τραπεζίτης και πάτρωνας καλλιτεχνών) σου έχει πει για το πώς προχωρούν τα πράγματα για μένα και για την καθυστέρηση στην παράδοση του έργου μου. Το έχω κρατήσει για τόσο καιρό επειδή δεν θέλω να δει ο Ραφαήλ το δικό μου πριν παραδώσει το δικό του. (…) Αυτή τη στιγμή δεν δουλεύω τίποτε άλλο, οπότε θα μπορέσω να το στείλω πολύ σύντομα… και δεν νομίζω ότι θα σε ντροπιάσω. Ο Ραφαήλ δεν έχει ακόμη ξεκινήσει το δικό του».

Την παραπάνω επιστολή έστειλε ο ζωγράφος Σεμπαστιάνο ντελ Πιόμπο στον Μιχαήλ Αγγελο τον Ιούλιο του 1518. Ο Σεμπαστιάνο αναφέρεται στο έργο του «Η ανάσταση του Λαζάρου», ένα από τα μνημειώδη έργα του Αναγεννησιακού ζωγράφου και μια μεγάλη συνεργασία με τον Μιχαήλ Αγγελο. Η φιγούρα του Λαζάρου, καταβεβλημένη και με σκούρο χρώμα, σχεδιάστηκε από τον Μιχαήλ Αγγελο, αλλά η τελική σύνθεση είναι του Σεμπαστιάνο, στον οποίο και ανατέθηκε το έργο. Ο πίνακας ήταν παραγγελία του πανίσχυρου τότε καρδινάλιου Τζούλιο ντε Μέντιτσι, που αργότερα έγινε ο Πάπας Κλήμης Η΄, και προοριζόταν για τη νέα του επισκοπή στο Ναμπόρν της Γαλλίας. Η πικρία που εκφράζει ο Σεμπαστιάνο για τον άλλο μεγάλο ζωγράφο της εποχής, τον Ραφαήλ, οφείλεται στο ότι ο καρδινάλιος παρήγγειλε ένα έργο για την Αγία Τράπεζα της Επισκοπής, τη «Μεταμόρφωση του Ιησού» (Transfiguration), σε εκείνον, προκαλώντας τον ανταγωνισμό μεταξύ τους.

Ο εντυπωσιακός πίνακας εκτίθεται αυτές τις μέρες στη National Gallery του Λονδίνου στο πλαίσιο της περιοδικής έκθεσης «Μιχαήλ Αγγελος & Σεμπαστιάνο», η οποία αποκαλύπτει την προσωπική και επαγγελματική σχέση του αξεπέραστου Μικελάντζελο Μπουοναρότι από τη Φλωρεντία με τον Βενετσιάνο Σεμπαστιάνο Λουτσιάνι, γνωστό και ως Σεμπαστιάνο ντελ Πιόμπο. Μέσα από τα έργα και τις επιστολές της έκθεσης αποκαλύπτεται η επιρροή που άσκησε ο Μιχαήλ Αγγελος στον Σεμπαστιάνο και η συνεργασία που ανέπτυξαν κατά τη διάρκεια των 25 χρόνων της φιλίας τους, που όμως δεν έληξε το ίδιο καλά όπως άρχισε. Η σχέση τους εκτυλίχθηκε σε ένα περιβάλλον ισχυρού ανταγωνισμού, πολιτικών και θρησκευτικών ταραχών (ίδρυση προτεσταντισμού) και πολεμικών συγκρούσεων («Λεηλασία της Ρώμης», 1527). Η γνωριμία τους ξεκίνησε το 1511, σε μια χρονική στιγμή που σύμφωνα με τους ειδικούς αποτέλεσε σταθμό στην αναγεννησιακή ζωγραφική.

Ο Μιχαήλ Αγγελος δούλευε στην οροφή της Καπέλα Σιξτίνα όταν γνώρισε τον κατά δέκα χρόνια μικρότερό του Σεμπαστιάνο. Η Ρώμη ήταν ο φυσικός προορισμός των νέων καλλιτεχνών. Ο Μιχαήλ Αγγελος είχε ήδη αποκτήσει φήμη το 1490 με την «Πιετά» του και είχε πάρει νέες αναθέσεις έργων από τον Πάπα Ιούλιο Β΄. Ο έμπειρος ζωγράφος, που λόγω του ταμπεραμέντου του δεν ήταν εύκολος συνεργάτης, είχε δει το ταλέντο του νεαρού Βενετσιάνου. Η αντιπάθεια που είχε προς τον Ραφαήλ, έναν από τους μεγάλους ανταγωνιστές του, τον οδήγησε στη «συμμαχία» με τον Σεμπαστιάνο.

Η «Ανάσταση του Λαζάρου» έγινε την περίοδο 1517-19, αλλά η πρώτη μεγάλη συνεργασία των δύο ζωγράφων ήταν λίγα χρόνια νωρίτερα, για την «Πιετά» του Βιτέρντο από τον Σεμπαστιάνο. Ο Μιχαήλ Αγγελος έκανε τα σχέδια δανειζόμενος στοιχεία από το δικό του έργο και τοποθέτησε τον Χριστό στο έδαφος μπροστά στην Παναγία για να ενισχύσει την απομόνωση και τη θλίψη της. Ο Σεμπαστιάνο χρωμάτισε τον πίνακα και δημιούργησε το ατμοσφαιρικό σκοτεινό του φόντο που έρχεται σε αντίθεση με τους χαρακτήρες, που φωτίζονται παρά την τραγικότητα της στιγμής.

Στους έξι χώρους της γκαλερί, τα έργα των δύο καλλιτεχνών εναλλάσσονται ακολουθώντας μια γραμμική πορεία στον χρόνο και στην εξέλιξη της τέχνης τους, ενώ μαζί τους παρουσιάζονται και οι αυθεντικές σπουδές των ζωγράφων προσώπων από άνδρες μοντέλα, που πόζαραν τότε και για τις γυναικείες φιγούρες.

Οσο περνούσαν τα χρόνια, το δέσιμο των δύο ανδρών μεγάλωνε, σε σημείο που ο Σεμπαστιάνο ζήτησε από τον Μιχαήλ Αγγελο να γίνει ο νονός του παιδιού του, «compadre», όπως θα τον αποκαλούσε στη μετέπειτα αλληλογραφία τους. Στις επιστολές που έχουν διασωθεί και παρουσιάζονται, ο Σεμπαστιάνο εκφράζει πολλές φορές την ανησυχία του για την εντιμότητα του Ραφαήλ. Οι δρόμοι τους χώρισαν όταν ο Μιχαήλ Αγγελος γύρισε στη Ρώμη για να ολοκληρώσει τη «Δευτέρα Παρουσία» στην Καπέλα Σιξτίνα. Ο Σεμπαστιάνο είχε προετοιμάσει τον τοίχο για να γίνει ελαιογραφία, αλλά το 1536 ο Μιχαήλ Αγγελος ακολούθησε την τεχνική της νωπογραφίας (fresco). Μετά τον θάνατο του Σεμπαστιάνο το 1547, ο Μιχαήλ Αγγελος τον αποκήρυξε και τον χαρακτήρισε «νωθρό».

Ανάμεσα στα έργα που παρουσιάζονται στην έκθεση, βρίσκεται και μια σπάνια απεικόνιση του Ιησού. Το θαύμα της Ανάστασης είχε ενθουσιάσει τον Μιχαήλ Αγγελο, ο οποίος δούλευε για καιρό την ιδέα να δημιουργήσει τον Χριστό με ένα ιδεατό σώμα, το οποίο θα πλησίαζε την κλασική τελειότητα, πιστεύοντας –όπως και αρκετοί προοδευτικοί χριστιανοί της εποχής του– ότι έτσι θα περνούσε ευκολότερα το θρησκευτικό μήνυμα στους πιστούς. Δημιούργησε σε μάρμαρο μια «αρχαιοελληνική» απεικόνιση του γυμνού Ιησού σε όρθια στάση να κρατά τον Σταυρό. Ωστόσο ο καλλιτέχνης τελικά εγκατέλειψε το άγαλμα εξαιτίας μιας σκουρόχρωμης κηλίδας στο πάλλευκο μαρμάρινο πρόσωπο του Ιησού, που αποκαλύφθηκε όσο ο Μιχαήλ Αγγελος διαμόρφωνε τα χαρακτηριστικά του. Ενας άγνωστος γλύπτης το ολοκλήρωσε αργότερα και η πατρότητά του έμενε άγνωστη μέχρι το 1997, οπότε αποδόθηκε στον Μιχαήλ Αγγελο.

​​«Michelangelo & Sebastiano», Λονδίνο, National Gallery, έως 25 Ιουνίου.