ΒΙΒΛΙΟ

Μιλήστε για βιβλία που δεν έχετε διαβάσει

gkkt_03_07042019_cmyk_page_1_image_0002

Μόνο κάποιος που έχει διαβάσει τόσο όσο ο Πιερ Μπαγιάρ θα μπορούσε (ή θα τολμούσε) να γράψει ένα βιβλίο για την αξία της… μη ανάγνωσης. Αντίστοιχα, μόνο ένας πολύ διαβασμένος αναγνώστης είναι δυνατόν να ακολουθήσει κατά γράμμα τις συμβουλές του συγγραφέα και να θαμπώσει τους συνομιλητές του με μια επίδειξη γνώσεων, που στην πραγματικότητα δεν κατέχει. Για τους υπόλοιπους, το «Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει» είναι κυρίως ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, που ίσως μας κάνει να συμφιλιωθούμε κάπως με το γεγονός ότι δεν θα διαβάσουμε ποτέ όλα τα εμβληματικά έργα της λογοτεχνίας (και με την τάση μας να συμμετέχουμε ενεργά σε συζητήσεις σχετικά με τίτλους που δεν έχουμε ούτε καν ξεφυλλίσει).

Συναντώ τον Γάλλο πανεπιστημιακό και ψυχαναλυτή στην ταράτσα ενός «κρυμμένου» ξενοδοχείου της Καλλιδρομίου, συνοδευόμενο από τη φίλη και παλιά του μαθήτρια Ζωή Αγγελή που, όταν το απαιτεί η συζήτηση, εκτελεί χρέη διερμηνέα. Εχουν περάσει 12 χρόνια από την έκδοση του πιο διάσημου δοκιμίου του, που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη, όμως εκείνος παραμένει πιστός στις βασικές αρχές του βιβλίου – τόσο ώστε να το εντάξει χωρίς ενδοιασμό στην «κατηγορία των ξεχασμένων βιβλίων», για την οποία μιλά στο κείμενο. Η παραδοχή αυτή συνιστά μια ιδανική ευκαιρία να δοκιμάσουμε στην πράξη τη θεωρία του πως είναι όχι μόνο εφικτό, αλλά και θεμιτό να συζητάμε για αναγνώσματα με τα οποία είμαστε ελάχιστα εξοικειωμένοι. «Προσπάθησα να εξηγήσω πως δεν υπάρχει ευδιάκριτο σύνορο ανάμεσα στα βιβλία που έχουμε διαβάσει και σε αυτά που δεν έχουμε αγγίξει. Πολλά βιβλία ανήκουν στην ενδιάμεση περιοχή και αυτή ακριβώς επιχείρησα να εξερευνήσω», διευκρινίζει.

Η ομολογία

Αποφασισμένος να σπάσει ένα πολύ διαδεδομένο «ταμπού», ο Πιερ Μπαγιάρ ξεκινά το μπεστ σέλερ δοκίμιό του με την ομολογία πως, ως καθηγητής λογοτεχνίας, δεν μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση να σχολιάζει βιβλία που, τις περισσότερες φορές, δεν έχει καν ανοίξει. Στη συνέχεια, «χτίζει» τη θεωρία του με επιχειρήματα από το έργο σημαντικών λογοτεχνών και κριτικών, όπως τον Σαίξπηρ, τον Μπαλζάκ ή τον προκλητικό Οσκαρ Ουάιλντ, ο οποίος ισχυριζόταν ότι ποτέ δεν διάβαζε ένα έργο πριν γράψει την κριτική του. Στο τέλος, ο συγγραφέας ενισχύει και ταυτόχρονα αποδομεί όλο του το οικοδόμημα πληροφορώντας τον αναγνώστη με αφοπλιστική ειλικρίνεια ότι οι αναφορές του σε αυτά τα εμβληματικά κείμενα δεν ήταν κατ’ ανάγκην ακριβείς. «Νομίζω ότι πολλοί άνθρωποι, ακόμα και καλλιεργημένοι, “εφευρίσκουν” βιβλία συστηματικά. Η σχέση μας με τα βιβλία είναι μια σχέση δημιουργίας», επιμένει, καλώντας μας να επιδοθούμε χωρίς ενοχές σε αυτό που ο ίδιος ονομάζει «επεμβατική κριτική». Και πράγματι, σε πολλά από τα βιβλία του αποπειράται είτε να ξαναγράψει ένα εμβληματικό κείμενο υπό άλλο πρίσμα, ενίοτε καταδεικνύοντας τα «λάθη» στην πλοκή (μέχρι σήμερα, έχει θέσει στο «στόχαστρο» μεταξύ άλλων τον «Αμλετ» και τους «Δέκα Μικρούς Νέγρους» της Αγκάθα Κρίστι).

«Οταν μελετάς διαφορετικές ερμηνείες ενός κειμένου, ανακαλύπτεις ότι οι άνθρωποι δεν μιλούν για το ίδιο κείμενο. Δεν εστιάζουν όλοι στις ίδιες φράσεις από τον “Αμλετ”, αλλά ακόμα κι όταν το κάνουν δεν χρησιμοποιούν τις ίδιες έννοιες. Είναι σαν ένας διάλογος μεταξύ κωφών. Συχνά οι άνθρωποι που συζητούν για βιβλία αδυνατούν να επικοινωνήσουν και ο καθένας προβάλει τις δικές του φαντασιώσεις πάνω στο κείμενο», συνεχίζει την αδιάσειστη επιχειρηματολογία του.

miliste-gia-vivlia-poy-den-echete-diavasei0
Ο Μπαγιάρ έγραψε ένα βιβλίο για την αξία της… μη ανάγνωσης.

Η λύση που μας προτείνει δεν είναι να βυθιστούμε στη σιωπή, αλλά να αφήσουμε τη δημιουργικότητά μας να καλύψει τα αναπόφευκτα γνωσιακά κενά μας – άλλωστε, μια ζωή δεν αρκεί για να διαβάσει κανείς την παγκόσμια βιβλιογραφία, ενώ είναι αδύνατον να διατηρούμε στο μυαλό μας όλα μας τα αναγνώσματα. Γιατί όμως να αφιερώσουμε χρόνο ξαναγράφοντας βιβλία άλλων συγγραφέων αντί να αφοσιωθούμε σε ένα δικό μας νέο έργο; «Πάντα έλεγα ότι υπήρχαν κούκοι μεταξύ των προγόνων μου. Ο κούκος δεν χτίζει τη φωλιά του, αλλά χρησιμοποιεί των άλλων, μου φαίνεται πολύ έξυπνο», αυτοσαρκάζεται.

Στην πραγματικότητα, μεγάλο μέρος του Πιερ Μπαγιάρ είναι «πρωτογενές», και ένα από τα ζητήματα με τα οποία έχει ασχοληθεί εκτενώς είναι η σχέση λογοτεχνίας και ψυχανάλυσης. «Σε ένα από τα βιβλία μου διερωτώμαι αν είναι δυνατόν να εφαρμόσουμε τη λογοτεχνία στην ψυχανάλυση», αναφέρει, υποστηρίζοντας ότι όλες οι ψυχολογικές θεωρίες είναι κατά βάση ποιητικές. «Κανένας δεν πιστεύει ότι αν ανοίξουμε ένα μυαλό θα βρούμε ένα Εγώ ή ένα Υπερεγώ. Προσωπικά, μου αρέσει το φροϊδικό μοντέλο, αλλά υπάρχουν αμέτρητα εναλλακτικά μοντέλα αναπαράστασης του μυαλού και η λογοτεχνία μπορεί να μας βοηθήσει να τα ανακαλύψουμε. Είμαι ψυχαναλυτής και πιστεύω ότι στόχος της ψυχανάλυσης είναι να βοηθήσει τους ανθρώπους να εφεύρουν τη δική τους θεωρία για τον εαυτό τους, αντί να χρησιμοποιούν υποκατάστατα. Και όταν καταφέρεις να εφεύρεις τη δική σου θεωρία για τον εαυτό σου μπορείς να πεις αντίο στην ψυχανάλυση!».

Αλλες εφαρμογές

Αν το «Πώς να μιλάμε για βιβλία που δεν έχουμε διαβάσει» είναι ιδιαίτερα χρήσιμο σε όσους συχνάζουν σε λογοτεχνικούς κύκλους, είναι εύκολο να εφαρμόσουμε τις συμβουλές του σε άλλες πτυχές της καθημερινής μας ζωής – όπως όταν μιλάμε για μια ταινία ή ένα θέμα της επικαιρότητας που έχουμε παρακολουθήσει ελάχιστα. Ενα εξίσου δημοφιλές βιβλίο του Μπαγιάρ υποδεικνύει στους αναγνώστες πώς να μιλούν για μέρη όπου δεν έχουν ταξιδέψει. «Κάποιοι συγγραφείς περιέγραψαν με εξαιρετικό τρόπο τόπους που δεν είχαν δει ποτέ. Ξέρουμε ότι ο Μάρκο Πόλο δεν πήγε ποτέ στην Κίνα. Ακόμα ένα καλό παράδειγμα είναι ο δημοσιογράφος των New York Τimes Τζέισον Μπλερ», που αναγκάστηκε να παραιτηθεί όταν αποδείχθηκε ότι είχε παραποιήσει την αλήθεια σε αρκετά άρθρα του. «Είμαι ένθερμος υποστηρικτής της δημοσιογραφίας εξ αποστάσεως», αστειεύεται.