ΒΙΒΛΙΟ

Κάτω από τον ουρανό της Δήλου

img_7128

Οι εικαστικές εκθέσεις μέσα σε αρχαιολογικούς χώρους, μουσεία και μνημεία είναι πια του συρμού, ιδίως το καλοκαίρι, οπότε συνδυάζονται ή, ακριβέστερα, υπηρετούν και τον τουρισμό. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ασήμαντοι δημιουργοί και έργα εξασφαλίζουν προβολή –δεν λέω αποκτούν αξία, διότι δεν μπορούν να αποκτήσουν κάτι που δεν έχουν, εκτός και αν ως αξία εννοήσουμε μόνο την εμπορική– από τη βαρύτητα και τη σημασία του αρχαιολογικού χώρου όπου εκτίθενται. Ο κανόνας δεν είναι ανεξαίρετος. Λαμπρή εξαίρεσή του αποτελεί η έκθεση 29 γλυπτών του Antony Gornley (γενν. 1950) στον μοναδικό ερειπιώνα της Δήλου. Η έκθεση, υπό τον τίτλο «Sight», διοργανώθηκε από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Κυκλάδων και τον Πολιτιστικό Οργανισμό Νέον και θα διαρκέσει μέχρι το τέλος Οκτωβρίου.

Μπαίνοντας στο λιμανάκι της Δήλου, σε αιφνιδιάζει και σε καθηλώνει η πρώτη ανθρώπινη μορφή που αντικρίζεις στα δεξιά σου, ένας άντρας που έχει «θαλασσώσει», καταπώς γράφει ο Παπαδιαμάντης, που έχει δηλαδή μπει στο νερό ώς το γόνατο. Τι κάνει μοναχός του εκεί; Είναι βαρκάρης (όπως εκείνος του «Βαρδιάνου στα σπόρκα», 2.587.19), είναι αχθοφόρος (όπως ο άλλος, ο λασιόστηθος και γυμνόπους του «Αμερικάνου», 2.269.26) ή τι; Ο,τι και αν βάλεις στον νου σου, το αισθητικό στοίχημα κερδίζεται από την πρώτη στιγμή, πριν καλά καλά πατήσεις το πόδι σου στο ακατοίκητο νησί. Τα γλυπτά ακινητούν αιωνίως, εδώ όμως έχεις την εντύπωση πως, καθώς τα νερά κινούνται ασύχαστα, ο άνθρωπος αυτός κινείται.

Τα είκοσι εννέα γλυπτά από συμπαγή χυτοσίδηρο του Γκόρμλεϊ –πέντε από αυτά είναι καινούργια έργα, ειδικά φτιαγμένα για την έκθεση της Δήλου– είναι σκορπισμένα σε διάφορα σημεία του νησιού και χρειάζεται οπωσδήποτε τρεις ώρες περπάτημα για να τα δεις όλα. Αν το κάμα σε εμποδίσει να το κάνεις, δεν θα αποκτήσεις ακριβή αίσθηση. Τα σημεία στα οποία τοποθετήθηκαν διαλέχτηκαν πολύ προσεχτικά από τον ίδιο τον γλύπτη, που πέρασε τρεις-τέσσερις μέρες στο νησί, για να βρει πού και πώς τα έργα του θα συνομιλήσουν καλύτερα με το αρχαιολογικό και το φυσικό περιβάλλον της Δήλου. Τα γλυπτά της έκθεσης χωρίζονται σε δύο ομάδες, τα παραστατικά και τα κυβιστικά. Τα πρώτα έχουν κατά κανόνα τοποθετηθεί στο φυσικό περιβάλλον και τα δεύτερα στο δομημένο, το αρχαιολογικό. Ολα τα γλυπτά πάντως, και τα παραστατικά και τα κυβιστικά, είναι ανθρωπομορφικά, για ανθρώπινα σώματα πρόκειται, σε διάφορες στάσεις.

Το ανθρώπινο σώμα άλλωστε, το δικό του πρώτα και κύρια, αποτελεί το κέντρο της γλυπτικής και όλης συνολικά της θεωρητικής και πνευματικής αναζήτησης του Γκόρμλεϊ. Θα μπορούσα να πω και θρησκευτικής, για έναν άνθρωπο που μεταξύ 1971 και 1974 πήγε και έζησε στην Ινδία και σκέφτηκε σοβαρά το ενδεχόμενο να γίνει βουδιστής μοναχός. Η αληθινή γλυπτική δεν μπορεί εύκολα να έχει άλλο θέμα από το σώμα, το ανθρώπινο πρωτίστως. Ο Γκόρμλεϊ σκέφτεται την ύπαρξη και το νόημά της με αφετηρία ένα συγκεκριμένο, πραγματικό σώμα, σε πραγματικό χρόνο και χώρο. Απώτερη, βαθύτερη επιδίωξή του –εδώ διακρίνεται ίσως το θρησκευτικό στοιχείο της τέχνης του– είναι να καλέσει τον θεατή να αναζητήσει και να βρει τη βαθιά ενότητα, τον ισχυρό δεσμό που συνδέει το σώμα του με τον κόσμο που το περιβάλλει.

Στο βιβλίο «Antony Gormley» (Phaidon, 1995) υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση του μεγάλου E. H. Gombrich με τον γλύπτη. Ο Γκόμπριχ του λέει μια στιγμή ότι «θέλετε κατά κάποιον τρόπο να με κάνετε να αισθανθώ αυτό που αισθάνεσθε εσείς» και εκείνος του απαντάει: «θέλω επίσης να αισθανθείτε ό,τι αισθάνεσθε εσείς ο ίδιος» και συνεχίζει εξηγώντας πως τη στιγμή που βλέπουμε ένα έργο συναντιούνται ουσιαστικά δύο ζωές. «Είναι μια συνάντηση της δικής μου εκφραστικότητας, του καλλιτέχνη, και της δικής σας εκφραστικότητας, του θεατή. […] Μπορεί να είναι αντιπαράθεση μεταξύ της κίνησης του θεατή και της ακινησίας του αντικειμένου, η οποία είναι κατά κάποιον τρόπο ασυμφιλίωτη διαφορά, αλλά και πρόσκληση στον θεατή να αισθανθεί το δικό του σώμα, μέσα από αυτή τη στιγμή της ακινησίας» (σ. 12). Ο χώρος δεν είναι διόλου για τη γλυπτική εκεί όπου τοποθετούνται απλώς ή εκτίθενται τα έργα, αλλά αποτελεί, στη συγκεκριμένη υλικότητά του, βασικό εκφραστικό μέσο της. Ο θεατής συνάπτει διαφορετική κάθε φορά σχέση με το γλυπτό έργο ανάλογα με τον χώρο όπου το βλέπει, αλλά και το ίδιο το νόημα του έργου ορίζεται διαφορετικά ανάλογα με τον χώρο. Κάτω από τον ουρανό της Δήλου τα ανθρώπινα σώματα του Γκόρμλεϊ αποκτούν μιαν απροσδόκητη οικειότητα.

Ο επισκέπτης της έκθεσης καλό είναι να φύγει από το νησί το δείλι, την ώρα που γέρνει ο ήλιος και «θολώνουν τα νερά» (Σολωμός) και το φως έχει πια γλυκάνει. Αποχαιρετώντας τότε τη μοναχική μορφή της εισόδου του λιμενίσκου, δεν είναι διόλου παιδικό να αναρωτηθεί πώς θα είναι άραγε εκεί τη νύχτα. Στο βορειοδυτικό ακρωτήρι του νησιού θα αντικρίσει από το πλοιάριο το μόνο γλυπτό που δεν είναι προσβάσιμο με τα πόδια, έναν άντρα πάνω στα παράλια βράχια, να τον δέρνει το κύμα. Τούτη η αλίκτυπη μορφή είναι το τελευταίο ισχυρό ξάφνιασμα. Από εδώ και πέρα όλα θα συνεχιστούν μέσα μας.