ΒΙΒΛΙΟ

Eνας σωτήριος θάνατος

gkkt_10_1512_page_1_image_0005

ΙΑΚΩΒΟΣ ΑΝΥΦΑΝΤΑΚΗΣ
Κάποιοι άλλοι
εκδ. Πατάκη, σελ. 340

Ενα ουρανοκατέβατο πτώμα, που σωριάζεται στην ταράτσα της πολυκατοικίας, διαλύει τον έγγαμο βίο ενός ζευγαριού που μόλις έχει μεταναστεύσει στην Πολωνία. Ο άνδρας, ο αφηγητής του μυθιστορήματος, παραλυμένος από μια αυτοκαταστροφική παθητικότητα εξαιτίας επάλληλων αποτυχιών, διακρίνει ένα νόημα στην ύπαρξή του, να διαλευκάνει τι πήγε στραβά στη ζωή του Ρέι Πάρκερ και βρέθηκε σφηνωμένος στους τροχούς ενός αεροπλάνου. Γραπωμένος από τον θάνατό του, παλεύει να βγει από το «βαθύ κενό της αποτυχίας». Ανασκαλεύοντας το παρελθόν του Πάρκερ, δραπέτευε σε έναν κόσμο σκοτεινό και επικίνδυνο, γεμάτο απειλές, υπερβολικά εξωφρενικές για να τον τρομάξουν. Συναναστρεφόμενος ένα πτώμα, ξεχνούσε την επιθυμία του θανάτου. Η έρευνά του ήταν, τρόπον τινά, η αναβολή της κηδείας του.

Λαθρόβιος στη ζωή του Πάρκερ, ο αφηγητής κρυφοκοιτάζει έναν μυστηριώδη κόσμο, μακριά από τον ασφυκτικό του μικρόκοσμο. Ο Ιάκωβος Ανυφαντάκης εστιάζει τη μυθοπλασία στην ανάγκη του αφηγητή να λύσει τους κόμπους που τον πνίγουν, ώστε να ανασάνει μέσα σε μια συναρπαστική υπαρξιακή συνθήκη. Εγκλωβισμένος «σε έναν κύκλο απαράλλακτων επαναλήψεων», βίωνε την κάθε ημέρα σαν κατακρήμνιση. Φοβόταν πως είχε μπει τελεία στις «άπειρες δυνατές εναλλακτικές», που του αναλογούσαν. Είχε την αίσθηση ότι ποντιζόταν σε μια απύθμενη τρύπα· «μια τρύπα που δεν πιστεύεις ποτέ ότι μπορεί να είναι τόσο βαθιά κι όμως εσύ πέφτεις όλο και περισσότερο, πότε με τα πόδια, πότε με το κεφάλι, αδυνατώντας να πιστέψεις πόσο διαρκεί κάθε στιγμή».

Ο Ανυφαντάκης μιλάει για τη μιζέρια που αργόσυρτα επικάθηται σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας, για βήματα που ολοένα βαραίνουν μέχρι που δεν έχουν πουθενά να πάνε. Το ουρανόσταλτο πτώμα διαταράσσει τα στάσιμα νερά της ιστορίας του ήρωα. Ξαφνικά του παρουσιάζεται η δυνατότητα να μεταβιβάσει την πληκτική του ζωή σε μια άλλη, πιο ενδιαφέρουσα αφήγηση. Αναδιφώντας το περιπετειώδες αφήγημα του Ρέι Πάρκερ, γινόταν κάποιος άλλος, μέχρι που συνειδητοποίησε πως η φαντασιωτική ζωή όπου μετοίκησε, ήταν προ καιρού τερματισμένη και πως η μόνη διαθέσιμη παρέμενε η δική του ιστορία.

Η μιζέρια δεν χρειάζεται πολλές λεπτομέρειες. Ο Ανυφαντάκης, συναρμόζοντας παραπληρωματικές αφηγήσεις, επιχειρεί να αποδώσει το μπούχτισμα από τη συσσώρευση αποτυχημένων ημερών. Ισως θα ήταν καλύτερο να μην επεκταθεί τόσο διεξοδικά στις επιμέρους ιστορίες, οι οποίες, όπως και η ζωή του ήρωα, μαστίζονται από την πλήξη ενός αδιέξοδου, ατελέσφορου χρόνου. Ωστόσο, το πιο αξιοπαρατήρητο πρόβλημα της αφήγησης είναι οι σεξουαλικές περιγραφές, πρόβλημα απότοκο μάλλον από τους «Ομορφους έρωτες». Και εδώ οι ερωτικές σκηνές κινούνται μεταξύ ακαλαισθησίας και περιττής παραστατικότητας, ενώ επίσης κυριαρχούνται από έναν εκβιαστικό κυνισμό. Μυθοπλαστικά είναι αναγκαίες, καθώς υποδηλώνουν την αγωνία του πρωταγωνιστή να διαφυλάξει τον ανδρισμό του, γλωσσικά, όμως, απωθούν. Αντιθέτως, η εξαιρετική σκηνή του κυνηγιού, καταδεικνύει τέλεια την αμφιθυμία του απέναντι στον φόβο της ελλιπούς του αρρενωπότητας. Η υποβόσκουσα επιθετικότητα και η αμυντική επαγρύπνηση σκιαγραφούν ευφυώς τη ζωή του ως άνδρα.

Επειδή για πρώτη φορά ο Ανυφαντάκης καταπιάνεται με τη συγγραφή μυθιστορήματος, προτιμώ να παραμερίσω τις σκόρπιες αστοχίες για να σταθώ στη μεθοδική οργάνωση της μυθοπλασίας, στην ισορροπία μεταξύ της πλοκής και των υπόρρητων νοηματοδοτήσεών της αλλά και στη βαθμιαία συγκρότηση του πρωταγωνιστή. Αυτό που μένει από την ανάγνωση είναι ένας άνθρωπος που αδυνατεί να αφηγηθεί, πρωτίστως στον εαυτό του, μια ευνοϊκή εκδοχή της ζωής του. Και αυτή την υπαρξιακή αδυναμία ο Ανυφαντάκης τη μεταπλάθει σε πολυεπίπεδη αφήγηση που διαχέεται σε ετεροειδείς, διασταυρούμενες εκβολές, οι οποίες διαρρέουν την κερματισμένη, διαψευσμένη και πολλαπλώς επινοημένη προσωπογραφία του ήρωα.