ΒΙΒΛΙΟ

Η νόσος του νοήματος

vivli

ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΑΝΤΟΝΑΣ
Ο πολτός των πραγμάτων
εκδ. Αντίποδες, σελ. 122

Ενας άνδρας πάσχει από απέχθεια για τις τσάντες και τον πολτό των πραγμάτων που σαπίζει μέσα τους. Ενα βράδυ σβήνει τη λάμπα, κουρασμένος από το αναίτιο φως της, και βγαίνει στον δρόμο. Περπατώντας στο σκοτάδι τον ελκύει μια φωτισμένη βιτρίνα, όπου εκτίθενται ένας μαχαιρωμένος άνδρας και η ξεκοιλιασμένη τσάντα του. Το θέαμα τον σημαδεύει με μια σφοδρή αίσθηση ενοχής. Εμοιαζε σαν ο φόνος να είχε ξεπηδήσει από τη σκέψη του. Η βιτρίνα αντανακλούσε τη σκέψη του για τα πράγματα. Η σκέψη του είχε γίνει πράξη και κατόπιν έκθεμα. Ο άπλετος φωτισμός της προθήκης συσκότιζε ένα νόημα, που του ήταν αναγκαίο να διαλευκάνει. Το θέαμα που φώτιζε η βιτρίνα ήταν ένα σύμβολο και ως σύμβολο υπέβαλλε ένα συγκε-
κριμένο νόημα.

Ο Αριστείδης Αντονάς δουλεύει σε μικρές επιφάνειες, τις οποίες ανασκάπτει με διανοητικό μένος μέχρι να φανερώσει τη χοάνη ανύποπτων αβύσσων. Τα έργα του έχουν τη μορφή αποπνικτικών αρχιτεκτονημάτων, που αναπαριστούν την ψυχική πνιγμονή των πρωταγωνιστών. Οι σελίδες μετατρέπονται σε χώρους δυστοπικούς, όπου ενεδρεύουν οι δαίμονες του ασυνείδητου, φοβίες, αποτυχίες και μάταιες προσμονές. Τώρα ο αφηγητής, ωθούμενος από το μίσος για τα πράγματα, προχωράει ολοένα και πιο βαθιά σε απόκοσμους χώρους, εγχάρακτους από υπαρξιακές εμμονές. Οδηγημένος «στα παρασκήνια της βιτρίνας», φεύγει από τον τόπο του εγκλήματος, την εικόνα του φόνου, και αρχίζει να βηματίζει «προς το εσωτερικό της κατάστασης». Από την πράξη μεταφέρεται στη θεωρία.

Από τη στιγμή που απομακρύνεται από τη βιτρίνα, ο αφηγητής παλεύει να ερμηνεύσει τον φωτισμό της, να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς φώτιζε. Το παραπανίσιο φως υπαινισσόταν ένα παραπανίσιο νόημα. Ο νεκρός άνδρας τον απασχολούσε λιγότερο από τη μαχαιρωμένη τσάντα, διότι η τσάντα ήταν ο κατ’ εξοχήν χώρος των ξεπεσμένων πραγμάτων, όλων εκείνων των ερειπίων, που είχαν εκπέσει από τη δυνατότητα να σημαίνουν. Ο πολτός των πραγμάτων λοιδορούσε την «ακαταμάχητη ροπή προς το νόημα».

Η προσπάθεια της επεξήγησης αναδαυλίζει την αηδία του αφηγητή για επεξηγήσεις. Το μόνο που ήθελε ήταν να απαλλαγεί από την έξη της ερμηνείας· «θέλω να μην ερμηνεύω, να ξεκουραστώ σε κάποια απλότητα». Απεχθανόταν τα πράγματα επειδή απαιτούσαν νοηματοδότηση, επειδή υπέθαλπαν τη μανία των ανθρώπων να αναζητούν «κάτι διαφορετικό πίσω από τα πράγματα». Η μανία της κατανόησης ήταν η τραγωδία του πνεύματος. «Ερμηνεία σαν υπέρβαση των εμποδίων που κουβαλάνε τα πράγματα, ερμηνεία σαν υποκατάσταση του φανερού από κάτι αόρατο». Η επιθυμία του να απαλλαγεί από τα πράγματα υπέκρυπτε τον πόθο για έναν κόσμο που δεν θα ζητούσε πια νόημα.

Είθισται οι συγγραφείς να μεταγγίζουν στους ήρωές τους τις έμμονες ιδέες τους. Για παράδειγμα, ο τωρινός αφηγητής εξοργίζεται από τους άπειρους τρόπους που έχουν τα πράγματα να αντιστέκονται στην ερμηνεία τους. Το δάνειο βάσανό του αντικατοπτρίζει την εξαντλητική προσήλωση του Αντονά στο επιφανειακό, απ’ όπου πασχίζει να εξορύξει το βαρυσήμαντο. Η πιο κοινή εμπειρία, όπως ένα παραπανίσιο βήμα σε έναν οικείο δρόμο, γιγαντώνεται σε απίθανες μεγεθύνσεις. Φυσικά όταν ο ήρωας καταπιάνεται με τον Ντελέζ, χάνεται κάθε πιθανότητα μιας αναπαυτικής απλότητας.

Εχω την εντύπωση ότι ο Αντονάς δυσκολεύει υπέρ το δέον τα πράγματα, με συνέπεια να απομακρύνεται από τη λογοτεχνία για να προσεταιριστεί τη φιλοσοφία. Οι σκέψεις του είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες και αρκούντως δουλεμένες, όπως επίσης τα προσχήματα που τις αναρριπίζουν είναι αναντίρρητα ευρηματικά. Πιστεύω, ωστόσο, πως όσο κρυπτική ή προσχηματική και αν είναι η μυθοπλασία, οφείλει να δηλώνει την παρουσία της στην αφήγηση.