ΒΙΒΛΙΟ

Η ασυναρτησία των δρόμων

ΕΥΓΕΝΙΑ ΜΠΟΓΙΑΝΟΥ
Φανή
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 264
 
i-asynartisia-ton-dromon0Η Φανή περπατάει στους δρόμους της Αθήνας σπρωγμένη από ακατάσχετο θυμό. Είναι είκοσι χρόνων, αλλά ακόμη διαπλέει τα απόνερα της μετεφηβείας, λύματα μιας αναβλημένης τρικυμίας. Είναι και εκείνη ένα από τα «παιδιά σάντουιτς», που ενηλικιώθηκαν ανάμεσα σε δύο μνημόνια. Μολονότι από τον Δεκέμβριο του 2008 δεν έφυγε από τους δρόμους, δεν έχει βρει την επανάσταση που της αρμόζει. Στην πρώτη σελίδα τη βρίσκουμε στο νοσοκομείο, χτυπημένη κατά τη διάρκεια μιας διαδήλωσης. Ανάμεσα στα κλομπ και στις κραυγές των αγανακτισμένων, νιώθει κομμάτι του πλήθους. Η «ηθική συνύπαρξη» την κολακεύει.

Η Φανή διαστίζει με τα βήματά της τους δρόμους της πόλης, αδημονώντας για φωτιές και ουρλιαχτά. Μια μαυρίλα καθολική λεκιάζει τη ρυμοτομία. Σε κάθε σταυροδρόμι ενεδρεύει κι ένα «ταμπλό βιβάν ακατανόητης φρίκης». Η Φανή αποκαρδιώνεται από το ρήμαγμα, λυπάται κατάκαρδα, με λύπη εφηβική, λίγο μάταιη. Ωστόσο, η κοινωνική της συνείδηση ξεφτίζει σε ληθαργική βαρεμάρα. «Είμαι μια κοιμισμένη μ’ έναν κόμπο στο στομάχι». Κάποιες φορές δεν μπορεί να ξεκολλήσει τη σκέψη της από τη φωλιά του κεφαλιού της στον ώμο του εραστή της. «Είμαι μια νευριασμένη γκόμενα που περπατάει τυφλωμένη μέσα σε έναν φλου κόσμο, που ξαφνικά της φαίνεται τερατώδης». Περισσότερο από πολιτικό ον, η Φανή είναι κόρη μιας απούσας μητέρας. Σε εκείνη απευθύνει την αφήγησή της, ένα σύνθεμα από επεισόδια της καθημερινότητας, αναμνήσεις και απώτερες επιθυμίες. Σε μια άγνωστη στέλνει «λόγια, ευχές, κατάρες, σήματα μορς, στίχους από τραγούδια, ποιήματα», σαν να στέλνει «μηνύματα στο μπουκάλι». Τη ροή της επιστολής διακόπτουν κομμάτια όπου παρατάσσει τις αρέσκειες και της απαρέσκειές της, σαν σε ένα αφηγηματοποιημένο δελτίο ταυτότητας. Στην αφήγηση παρεμβάλλονται επίσης άλλες φωνές, ανεξάρτητες από τον έλεγχο της αφηγήτριας. Πρόσωπα που διασταυρώνονται φευγαλέα μαζί της, παραβιάζουν τον λόγο της για να καταθέσουν τη δική τους οπτική γωνία στην αυτοπροσωπογραφία της.

Οπως η ίδια η Φανή παραδέχεται στην παραλήπτρια της επιστολής της, προσπαθεί να αφηγηθεί «μια ιστορία, αλλά εν βρασμώ, δίχως να πάρω απόσταση ασφαλείας». Παρ’ όλα αυτά, ενδιαφέρεται για τη δομή και τη μορφή του κειμένου. Γράφοντας στη μητέρα της, μια διάσημη Σουηδή συγγραφέα, την ανταγωνίζεται στο πεδίο των λέξεων. Γι’ αυτό ανησυχεί μήπως τα γραφόμενά της είναι ανιαρά, μελό ή αδιάφορα και φροντίζει οι φράσεις της να αίρονται πάνω από την κοινοτοπία της ζωής της. Η ζωή της είναι «μπανάλ», αποσπασματική, με διαλείμματα, τη συνθέτουν «μικρές αποσπασματικές πράξεις με λίγες κωμικές ή τραγικές πινελιές και μετά κενό. Παύσεις». Στη γραφή αποζητάει τη συνοχή, τον ειρμό, την ιδεατή Φανή. Ομως, η φασματική παραλήπτρια μετατρέπει την αφήγησή της σε μονόλογο. «Ενας θλιβερός μονόλογος που δεν του λείπει ούτε ο στόμφος ούτε η προπέτεια».

Η ηρωίδα της Μπογιάνου μετεωρίζεται ανάμεσα στην ιδιωτικότητα, όπου κυοφορούνται τα όνειρα, και στην εποχή, όπου σμιλεύεται η προσωπικότητα. Βέβαια, η Φανή, επιρρεπής στον ναρκισσισμό της εφηβείας, φαντασιώνεται θριάμβους σε μάχες ιδιωτικές. Οι συγκρούσεις της μαίνονται στον οίκο και όχι στον δήμο. Πολεμάει τον σιωπηλό, διανοούμενο πατέρα της, τον σκοτεινό εραστή της, την απούσα μητέρα της. Στους δρόμους μεταφέρει τον αξόδευτο θυμό αυτών των οικόσιτων συρράξεων. Τελικά η ιστορία της δεν εφάπτεται παρά συμπτωματικά και επιπόλαια με την Ιστορία. Η Μπογιάνου επιχειρεί φιλότιμα να αναδείξει την ώσμωση κάθε μονάδας με τη συλλογικότητα, αλλά η ηρωίδα δεν τη βοηθάει. Η Φανή παραμένει έγκλειστη, σαν θυμωμένο παιδί, στο παιδικό της δωμάτιο, απ’ όπου η όψη του κόσμου φαντάζει τρομακτική και ασυνάρτητη.