ΒΙΒΛΙΟ

Οι ελληνικές «παράγραφοι» του Καπότε

Το καλοκαίρι του 1959 ο Τρούμαν Καπότε βρέθηκε στην Ελλάδα, ταξίδεψε στις Κυκλάδες και στη Ρόδο, και είχε γράψει πέντε πολύ σύντομες ιστορίες στις οποίες έδωσε τον τίτλο «Greek Paragraphs».

Ο Τρούμαν Καπότε (1924-1984) ήταν μια εκκεντρική προσωπικότητα κι ένας σπουδαίος Αμερικανός συγγραφέας που μας χάρισε, μεταξύ άλλων, τα βιβλία «In Cold Blood», «Black and White Ball» και «Breakfast At Tiffany’s». Το καλοκαίρι του 1959 βρέθηκε στην Ελλάδα, ταξίδεψε στις Κυκλάδες και στη Ρόδο, και είχε γράψει πέντε πολύ σύντομες ιστορίες (ο ίδιος τις αποκαλεί «σημειώσεις») στις οποίες έδωσε τον τίτλο «Greek Paragraphs».

Περιέχονται στο βιβλίο του «The Dogs Bark: Public People and Private Places» (Random House, 1973). Οι πέντε αυτές «παράγραφοι» αναδημοσιεύθηκαν, με την άδεια του εκδότη, το φθινόπωρο του 1989, στο 3ο τεύχος του περιοδικού Aegean Review, που εξέδιδε στη Νέα Υόρκη ο Ντίνος Σιώτης, και για πρώτη φορά δημοσιεύονται στα ελληνικά στο επόμενο, το φθινοπωρινό τεύχος του περιοδικού (δε)κατα. Εδώ γίνεται προδημοσίευση της μεγαλύτερης «παραγράφου» του Τρούμαν Καπότε με τίτλο «Μια ιστορία τρόμου».

Μια ιστορία τρόμου

oi-ellinikes-paragrafoi-toy-kapote0
Το επόμενο, το φθινοπωρινό, τεύχος του περιοδικού (δε)κατα, όπου θα δημοσιευθούν για πρώτη φορά στα ελληνικά οι πέντε «σημειώσεις» του Τρούμαν Καπότε.

Πριν κάμποσα καλοκαίρια, Ιταλοί φίλοι με προσκάλεσαν για μια κρουαζιέρα στα ελληνικά νησιά με το τρισχαριτωμένο ιστιοφόρο τους. Θα αναχωρούσαμε από τον Πειραιά ένα πρωινό του Ιουλίου. Η θάλασσα ήταν ήρεμη, το σκάφος γυάλιζε, ο καπετάνιος και το πλήρωμα μας περίμεναν με τις στολές τους λευκές όσο και τα εκκλησάκια της Μυκόνου. Και ασφαλώς ήμουν εκεί. Δυστυχώς μια αιφνίδια τραγωδία, ένας θάνατος στην οικογένεια, δεν επέτρεψε στους οικοδεσπότες να έρθουν, αλλά, αν και δεν μπορούσαν να με συναντήσουν, επέμεναν να κάνω την κρουαζιέρα. Για φαντάσου! Ενα ολόκληρο κότερο στη διάθεσή μου! Μόνο ένας εκκεντρικός, παλαβιάρης, ζάπλουτος εγωιστής θα μπορούσε να συλλάβει στο μυαλό του μια τέτοια περιπέτεια. Αλλά, μιας και είχαν έρθει έτσι τα πράγματα, δεν ένιωσα ούτε δισταγμό ούτε ενοχή. Αβάντι. 

Στο πλήρωμα υπήρχαν Γιουγκοσλάβοι, Ελληνες και κυρίως Ιταλοί. Ο καπετάνιος ήταν Ιταλός. Δεν του αρέσουν πολύ τα γιοτ γιατί δεν του αρέσει γενικά να κυβερνάει κότερα, ακόμα και αυτό το μαύρο μαργαριτάρι του Αιγαίου Πελάγους, την «Κρεολή» του Σταύρου Νιάρχου. Λέει πως τα κότερα είναι ρομαντικά μεν αλλά έχουν πολλή δουλειά για το πλήρωμα. Μιλάει αγγλικά, τα μιλάει σωστά, και πρόκειται για ένα μάλλον νέο άνθρωπο με συνταρακτικά μάτια και μια βαθιά φωνή. Θα μπορούσε εύκολα να είναι ένας ηθοποιός και όλοι οι ηθοποιοί είναι ψεύτες, κι εγώ δεν συνάντησα ακόμα έναν που να μην ήταν. Αλλά μπορεί να μην είναι ψεύτης αυτός ο καπετάνιος. Εν πάση περιπτώσει, εκείνο το πρωί περάσαμε από τη Δήλο και δεν σταματήσαμε γιατί την είχα κιόλας επισκεφθεί δύο φορές, αλλά μια ματιά στις μαρμάρινες αρχαιότητες που περνούσαμε, καθώς λαμπύριζαν σε μιαν ομίχλη που μύριζε λεβάντα, του θύμισε μια ιστορία. Μου την είπε στη διάρκεια του μεσημεριανού φαγητού.

«Αυτό που θα σου διηγηθώ συνέβη όταν ήμουν δεκαεφτά χρονών και ήμουν μέρος του πληρώματος ενός κότερου που ανήκε σε έναν Εγγλέζο ευγενή, τον Λόρδο Σικλ, το οποίο ναύλωνε συχνά. Τον Αύγουστο εκείνης της χρονιάς το ναύλωσε σε μια ωραία Αγγλίδα χήρα, γύρω στα σαράντα, αν θυμάμαι καλά, ψηλή με λεπτή μέση και πολύ κομψή. Είχε ένα γιο, περίπου δεκαέξι χρονών, επίσης κομψό και πολύ όμορφο παιδί. Παράλυτο όμως από το ένα πόδι που το έσερνε στηριγμένο μέσα σε ένα σιδερένιο πλέγμα και περπατούσε στηριζόμενος σε δύο μπαστούνια. Πολύ έξυπνο παιδί. Σωστή διάνοια.

Ηταν γι’ αυτόν που η μητέρα του νοίκιασε το κότερο και να επισκεφτούν την Ελλάδα: ήθελε να δει τα μέρη που γνώριζε από τις μελέτες του.
»Ανέβηκαν στο κότερο συνοδευόμενοι από μια υπηρέτρια κι έναν υπηρέτη. Και ήταν μόνοι, κάτι που μ’ έκανε να σκεφτώ: τι κρίμα. Ισως να μην την λυπόμουν αν ταξίδευαν με μερικούς φίλους. 

»Υπήρχε ένα περίεργο νησί που το παιδί ήθελε να επισκεφθεί ειδικά, βόρεια της Δήλου. Ναι, βόρεια. Δεν θυμάμαι ακριβώς, αλλά επρόκειτο για ένα μικρό νησί μόνο μερικών στρεμμάτων και άγνωστο· το γνώριζε όμως εκείνος και μιλούσε για έναν καλοδιατηρημένο ναό εκεί.

»Φτάσαμε απόγευμα και λόγω των σκιών που υπάρχουν στα ρηχά νερά αγκυροβολήσαμε περισσότερο από ένα μίλι μακριά από τη στεριά. Το παιδί ήταν πολύ εξημμένο. Είχε αποφασίσει να πάρει μαζί του το βραδινό φαγητό και να περάσει τη νύχτα στο νησί μαζί με τη μητέρα του. Ηθελε να δει το ναό με το σεληνόφως και να κοιμηθεί στην αμμουδιά. Η μητέρα του, που τον αγαπούσε πολύ, έδωσε παραγγελία να ετοιμάσουν το φαγητό.

»Στο νησί τούς πήγα εγώ κωπηλατώντας με το βαρκάκι του κότερου, τους έβγαλα στη στεριά και το πρωί, χάραμα ακόμα, πήγα να τους πάρω. Το παιδί ήταν πεθαμένο κι απόμενε μόνο ο σκελετός του και η μητέρα, που την βρήκα τσαλαπατώντας στο νερό, ήταν τρομακτικά αγνώριστη, καταφαγωμένη, μισότρελη. 

»Μόνο μερικούς μήνες μετά, μήνες που πέρασε σ’ ένα νοσοκομείο της Αθήνας, μπόρεσε να αφηγηθεί στους ανακριτές τι είχε συμβεί. Είπε: “Στην αρχή ήταν ήσυχος και ευχάριστος. Περπατήσαμε γύρω από το ναό ίσαμε που άρχισε να νυχτώνει, ετοιμάσαμε και βγάλαμε το φαγητό πάνω σε κάτι σκαλιά· ξαφνικά ο Ερικ, ο γιος μου, είπε ‘Ω!, θα έχουμε πανσέληνο’. Μπορούσαμε να δούμε τα φώτα του κότερου να λάμπουν πέρα μακριά κι εγώ σκέφτηκα πως θα ήταν καλύτερα να είχαμε πάρει μαζί μας κι ένα ναύτη. Επειδή όταν το φεγγάρι άρχισε να γεμίζει και φώτισε λίγο τα πράγματα, άρχισα να αμφιβάλλω για την ασφάλεια του τοπίου. Βαθμιαία αντιλήφθηκα το θόρυβο νυχιών, μετά ένα παγερό τρέξιμο. Και μετά έναν μεγάλο καφετί αρουραίο κι ύστερα άλλον και άλλον που πήδηξαν πάνω στο δείπνο μας καταβροχθίζοντας το βραδινό φαγητό μας. Μια ορδή αρουραίων ξεχύθηκε έξω απ’ το ναό, εκατοντάδες, αμέτρητοι στο φως της σελήνης. Ο Ερικ ούρλιαξε· προσπάθησε να τρέξει κι έπεσε, εγώ τον έσερνα τραβώντας τον από τις μασχάλες, τον έσυρα ίσαμε την αμμουδιά, αλλά οι αρουραίοι είχαν πέσει πάνω μας κι άρχισαν να μας τρώνε, όρμησαν, ξεχύθηκαν καταπάνω μας κι όταν μπήκαμε στο νερό κολυμπώντας να μη μας φτάσουν, έβγαλα ξανά από το νερό τον Ερικ στην αμμουδιά, μα κανένας δεν με άκουγε που φώναζα ξεματώνοντας εκεί μέσα στο νερό”».

Ο πλοίαρχος άναψε ένα πούρο. «Αυτή η γυναίκα ζει ακόμα», είπε. «Μένει στη Νίκαια. Την είδα ξαπλωμένη πάνω σε μια σαιζλόνγκ στο κε της παραλίας. Είναι σκεπασμένη ολόκληρη με ένα βέλο. Μου είπαν ότι δεν μιλάει ποτέ με κανέναν».