ΒΙΒΛΙΟ

Στις απαρχές των σχέσεων με τις ΗΠΑ

Το κτίριο του Καπιτωλίου στην Ουάσιγκτον του 1877. Ο Ραγκαβής παραδέχεται πως το πολιτικό αποτέλεσμα της αποστολής του εκεί υπήρξε μηδαμινό.

Rizos Rangavis
The first Greek ambassador to the American Federation, 1867-1868. From the memoirs of Alexandros
εκδ. Nostos Books, Minneapolis 2019 
σελ. 178
 
stis-aparches-ton-scheseon-me-tis-ipa0Η επικείμενη συμπλήρωση 200 ετών από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης προσφέρει αφορμή για τη συνολική επισκόπηση της πορείας του ελληνικού κράτους μέχρι τις μέρες μας. Η ελληνική ανεξαρτησία επιβεβαιώθηκε τελεσίδικα το 1830 με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου. Στο μεσοδιάστημα, η υποστήριξη διαφόρων διεθνών παραγόντων στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα είχε εκδηλωθεί με ποικίλους τρόπους. Ανάμεσα σε αυτές τις εκδηλώσεις, ξεχωριστή θέση είχε η συμπαράσταση της αμερικανικής κοινής γνώμης, στο συλλογικό υποσυνείδητο της οποίας η Ελληνική Επανάσταση εντασσόταν σε πλαίσιο ανάλογο με εκείνο της Αμερικανικής Επανάστασης, που είχε προηγηθεί κατά μερικές δεκαετίες. Η συγκέντρωση και η αποστολή χρημάτων και εφοδίων προς τους Ελληνες επαναστάτες, αλλά και η ενεργός συμμετοχή Αμερικανών πολιτών στα πεδία των μαχών της Ελληνικής Επανάστασης, υπήρξαν τα κορυφαία παραδείγματα του αυθόρμητου αμερικανικού φιλελληνισμού.

Στο επίπεδο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, η συμπάθεια προς τους Ελληνες και τον αγώνα τους εκφράστηκε από τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζέιμς Μονρό στο ετήσιο μήνυμα που απηύθυνε προς το Κογκρέσο τον Δεκέμβριο του 1823. Στο μήνυμα αυτό, το οποίο έκτοτε έμεινε γνωστό ως Δόγμα Mονρό, γινόταν ρητή αναφορά στην υποστήριξη της ελληνικής ανεξαρτησίας. Θα περνούσαν 14 χρόνια μέχρι η Ελλάδα και οι ΗΠΑ να αναπτύξουν επίσημα τους μεταξύ τους δεσμούς, μέσω της υπογραφής διμερούς Συνθήκης περί Εμπορίου και Ναυσιπλοΐας. Ωστόσο, οι ελληνοαμερικανικές διπλωματικές σχέσεις δεν εγκαθιδρύθηκαν παρά μόνο στη δεκαετία του 1860.

Το 1867 ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής διορίστηκε πρώτος πρεσβευτής της Ελλάδας στην Ουάσιγκτον, ενώ τον αμέσως επόμενο χρόνο ο Τσαρλς Τάκερμαν ανέλαβε τα καθήκοντα του πρώτου πρεσβευτή των ΗΠΑ στην Αθήνα. Από ελληνικής πλευράς, η χρονική συγκυρία δεν ήταν τυχαία. Από το 1866 βρισκόταν σε εξέλιξη η Κρητική Επανάσταση, που διήρκεσε έως το 1869. Κατά συνέπεια, όπως ο ίδιος ο Ραγκαβής σημείωνε, η ελληνική κυβέρνηση επιδίωκε, μέσα από την ενίσχυση της διπλωματικής εκπροσώπησής της σε διάφορες πρωτεύουσες, να εξασφαλίσει πρόσθετα διεθνή ερείσματα στην πορεία για την ευνοϊκή για τα ελληνικά συμφέροντα διευθέτηση του κρητικού ζητήματος.

Φαναριώτης στην καταγωγή, αξιόλογος ποιητής και πεζογράφος, καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών αλλά και πολιτικός, ο Ραγκαβής δεν ήταν διπλωμάτης καριέρας. Διέθετε, ωστόσο, εμπειρία στη διαχείριση της εξωτερικής πολιτικής, καθώς από το 1856 έως το 1859 είχε διατελέσει υπουργός Εξωτερικών. Τον Μάιο του 1867, όταν έφθασε στην Ουάσιγκτον, διήνυε το 58ο έτος της ζωής του. Προσωπικότητα πολυδιάστατη, αποτύπωσε στον τρίτο τόμο των Απομνημονευμάτων του (εκδόσεις Πυρσός, Αθήνα, 1930) τις εμπειρίες που αποκόμισε από την παραμονή του στις ΗΠΑ έως τον Ιούνιο του 1868, οπότε ανακλήθηκε προκειμένου να τοποθετηθεί πρεσβευτής στο Παρίσι.

Το τμήμα των αμερικανικών αναμνήσεων του Ραγκαβή μεταφράστηκε στα αγγλικά από τη Χριστίνα Γαβριηλίδη και κυκλοφόρησε ως αυτοτελές βιβλίο, στο πλαίσιο του εξαιρετικά σημαντικού εκδοτικού προγράμματος έργων ελληνικού ενδιαφέροντος, το οποίο από το 1974 υλοποιείται από το Πανεπιστήμιο της Μινεσότα υπό την καθοδήγηση του καθηγητή Θεοφάνη Σταύρου (το βιβλίο με το κείμενο του Ραγκαβή αποτελεί το 29ο στη σειρά). Η έκδοση στην αγγλική γλώσσα δίνει τη δυνατότητα πρόσβασης σε αυτό το πολύτιμο υλικό σε μελετητές που δεν γνωρίζουν ελληνικά. Ετσι, το κείμενο του Ραγκαβή αποκτά ένα δυνητικά παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό.
Ο Ραγκαβής περιγράφει με τρόπο γλαφυρό τις ΗΠΑ, οι οποίες ανάρρωναν από τις πληγές του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου. Οι επισκέψεις του σε πόλεις και αξιοθέατα, αλλά και οι γνωριμίες του με διάφορα πρόσωπα, ζωντανεύουν μέσα από τις σελίδες μιας αφήγησης που, εκτός των άλλων, διακρίνεται και για τις λογοτεχνικές της αξιώσεις. Τα πολιτικά σχόλια είναι δυσανάλογα λιγότερα από όσα θα ανέμενε να βρει κάποιος στις σημειώσεις ενός διπλωμάτη. Ο ίδιος, εξάλλου, παραδέχεται πως το πολιτικό αποτέλεσμα της αποστολής του στην Ουάσιγκτον υπήρξε μηδαμινό. Ωστόσο, αυτό κάθε άλλο παρά αναιρεί τη σημασία και το ενδιαφέρον του βιβλίου, το οποίο αποτελεί μια πολύτιμη καταγραφή της μετεμφυλιακής αμερικανικής κοινωνίας, και μάλιστα με τη διεισδυτική ματιά ενός αυτόπτη μάρτυρα που την παρατηρεί ως επισκέπτης.
 
* Ο κ. Αντώνης Κλάψης είναι επίκουρος καθηγητής στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων 
του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου. Το βιβλίο του «Πολιτική και διπλωματία της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης, 1821-1923» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πεδίο.