ΒΙΒΛΙΟ

Η επινόηση ενός πατέρα

Η επινόηση ενός πατέρα

ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ
Αντρες χωρίς άντρες
εκδ. Πατάκη, σελ. 240
 
i-epinoisi-enos-patera0Δύο άντρες προσπαθούν να ανασυνθέσουν μέσω της γραφής το πρόσωπο του πατέρα τους. Αυτή είναι η ραχοκοκαλιά του μυθιστορήματος. Ο αφηγητής γράφει για τον νεκρό πατέρα του επιστήθιου φίλου του, μεταφέροντας την επιθανάτια εξομολόγησή του, έτσι όπως του την εμπιστεύθηκε ο φίλος του. Η εκμυστήρευση του πατέρα διακλαδίζεται σε έναν οδικό χάρτη, σημαδεμένο από πολυάριθμες, εφήμερες διευθύνσεις, που χαρτογραφούν, θαρρείς, μια εθελούσια ανεστιότητα. Το ’44 κατέφυγε στην Αθήνα, εξαιτίας του σεσημασμένου αδελφού του, που ήταν μέλος των Ταγμάτων και της οργάνωσης «Χ». Πρώτο σπίτι του υπήρξε ένας τάφος, ένα ημιυπόγειο στην πλατεία Βάθης. Οταν έβγαινε έξω έχανε τον προσανατολισμό του. Οι βόμβες των Δεκεμβριανών «άλλαζαν καθημερινά τη ρυμοτομία της πόλης». Ακολούθησαν πολλά σπίτια, στην Κοδριγκτώνος, στην πλατεία Αμερικής, στο Σύνταγμα, στου Παπάγου, μέχρι που, λίγο μετά την αλλαγή της χιλιετίας, έγινε «επίτιμο μέλος της ελληνικής μειονότητας της Κυψέλης».

Ο γιος δεν δυσκολεύεται να χειριστεί τόσο το ακροδεξιό παρελθόν του πατέρα του, που ήταν κυρίως υπόθεση του θείου του, όσο την αποκάλυψη της ομοφυλοφιλίας του. Συνειδητοποιεί πως από το πρόσωπο του πατέρα του δεν αναγνώριζε παρά ένα προσωπείο. Εξοχο είναι το στιγμιότυπο, όταν το μικρό αγόρι αναστατώνεται από το άγρια χτυπημένο πρόσωπο του πατέρα. Δύο μπροστινά δόντια είχαν σπάσει και εκείνος βιάστηκε να τα κρύψει. «Τα σπασμένα δόντια ανήκαν, κατά έναν τρόπο, στο προσωπείο που με κόπο είχε σμιλέψει χρόνια τώρα και αυτό άρχιζε να ξεφτίζει σαν ξεραμένος γύψος».
Γιατί, άραγε, ο αφηγητής δείχνει τόσο ενδιαφέρον για τον πατέρα του φίλου του; Η διαφαινόμενη εξήγηση προσδίδει στο βιβλίο ένα ερεθιστικό δεύτερο επίπεδο. Ο αφηγητής είχε χάσει τον πατέρα του σε μικρή ηλικία και έκτοτε αναζητούσε στα χαρακτηριστικά των άλλων πατεράδων το πορτρέτο του δικού του. Ακούγοντας τον φίλο του να αφηγείται την εξομολόγηση του πατέρα του, νιώθει ότι αναβιώνει το δικό του άλυτο πένθος. Εχει σημασία να προσέξουμε ότι η φιλία υποδηλώνει μια εκ γενετής ταύτιση. Γεννήθηκαν την ίδια ημερομηνία, οι πατέρες τους είχαν το ίδιο όνομα, μικροί κοιμούνταν παρέα με ένα ελαφάκι, οι θείοι τους έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην ανατροφή τους. Επίσης και οι δύο γράφουν, ο ένας για τον πατέρα του άλλου. Στην αφήγηση ενθέτονται γραπτά τους, που προκαλούν το ξέσπασμα ενός σφοδρού λογοτεχνικού διαξιφισμού ανάμεσά τους. Υπό το πρίσμα της ταύτισης μπορούμε να δούμε έναν συγγραφέα να παλεύει με το φάντασμα του πατέρα, ο οποίος παραμένει ανυπότακτος στις λέξεις του γιου, έναν συγγραφέα που αγωνιά να διαρρήξει το σφραγισμένο από σιωπή πατρικό του. Προεξάρχον μοτίβο της πεζογραφίας του Δαββέτα.

Ο τίτλος του μυθιστορήματος υποδεικνύει κρίσιμους υπαινιγμούς στο ενδιάμεσο στερητικό «χωρίς». Κεντρικοί ήρωες είναι δύο άντρες που αναμετριούνται με την απώλεια άλλων δύο, των πατεράδων τους, και συνάμα με την απώλεια της αρσενικής τους αλκής. Αν ο ετοιμοθάνατος πατέρας καταδυόταν στα ερωτικά του μυστικά με την ψευδαίσθηση πως έκανε τεχνητές αναπνοές στο αφανισμένο σώμα του, οι μεσήλικοι γιοι προετοιμάζονται για «την ώρα της τελευταίας ήττας», αναπολώντας το «χρυσαφένιο χνούδι» της νεανικής γυναικείας σάρκας, «ελιξίριο ζωής».

Μετατρέποντας τους ήρωες σε αντικριστά κάτοπτρα, ο Δαββέτας εξεικονίζει τον ίλιγγο πολλαπλών αποτυχιών, μύχιων και συλλογικών. Ο ατομικός χρόνος εκβάλλει στον ιστορικό ρουν, ενώ η πατρική μορφή γίνεται σύμβολο ενός δυσνόητου, γριφώδους προγόνου, που κομίζει από τον τάφο άδηλα κληροδοτήματα. Εν ολίγοις, έχω τη γνώμη πως ο Δαββέτας έγραψε το πιο σύνθετο και συνάμα το πιο άρτιο μυθιστόρημά του.