ΒΙΒΛΙΟ

Οι ρίζες που απορρίψαμε επιστρέφουν

oi-rizes-poy-aporripsame-epistrefoyn-561176443

ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Αποδοχή κληρονομιάς
εκδ. Ικαρος, σελ. 203

oi-rizes-poy-aporripsame-epistrefoyn0Είναι στρατιώτης στη Μικρά Ασία και πεθαίνει γιατί δεν αντιστάθηκε στην ομορφιά της θέας του χορού των δερβίσηδων. Χάνει γονείς και μετά γυναίκα, κυνηγημένος απ’ την κατάρα της θάλασσας. Ρίχνει το ανάπηρο παιδί του, που υπεραγαπά, στον Καιάδα. Ο θάνατος ξορκίζεται από τη θεά Αρτεμη που την καλεί ο παπάς πατέρας του. Αφήνει την πνοή του μόνο όταν το σάισμα, ένα μαύρο τομάρι τράγου, τραβιέται κάτω απ’ το κρεβάτι του. Το άτι του, ο Αρχοντής, γκρεμοτσακίζεται ατιμασμένο από μια χαμένη νίκη. Βουτάει να ξεριζώσει το άτεκνο, θαλασσινό μαντζούνι που θα σώσει τον πατέρα του και χάνεται για πάντα. Ενα δάγκωμα της οχιάς και φεύγει, ίσως γιατί μια μάνα δεν τον συγχώρεσε ποτέ για τον χαμό του γιου της. Είναι στρατιώτης στην Ισπανία, ιδέες και ιδανικά εξαφανίζονται όταν βγάζει το λεπίδι για τον άλλον, στο τέλος για τον εαυτό του. Είναι πατέρας και «χαλάει» το κορίτσι του, μια θηλιά στον βράχο έχει χαραχτεί για την τύχη του. Αποφασίζει μέσα στο λειψό του το μυαλό να θυσιαστεί, για να σώσει το χωριό του από το διάβα των Γερμανών. Πρωτομάστορας που σκοτώνει και σκοτώνεται, κατάρες στοιχειώνουν τη γενιά του. Για μιαν υπόσχεση, για μια μάνα που περιμένει τα νέα της ξενιτιάς, παγώνει μες το χιόνι. Ανάβει τις φωτιές για να διώξει τους λύκους, κι εξαφανίζεται υποταγμένος στο βασίλειό τους, ο θάνατος φρικτός. 

Ο Ανδρέας Νικολακόπουλος είναι ένας προς έναν όλοι αυτοί οι ήρωες που ζωντανεύει στα διηγήματά του, από το πρώτο μέχρι το προτελευταίο. Στο τελευταίο όμως, είναι πραγματικά αυτός ο ίδιος. Ο συνονόματος εγγονός του παππού που πεθαίνει και γυρίζει στο χωριό για να τον ξεπροβοδίσει. Στο χωριό που το αρνήθηκε και μαζί και τους ανθρώπους του, η πιο μεγάλη άρνηση βαραίνει για τον παππού του. Ηταν λίγο το μέρος στα μάτια του; Τον καλούσαν μεγάλες ιδέες και ο αγώνας της επιβίωσης φάνταζε μικρός; Τον πίεζε το «πρέπει» της περίκλειστης κοινότητας, αγράμματης, απαίδευτης, μα τόσο ζωντανής, δεμένης, ανθρώπινης; Θα ξαναβρεί το μέτρο επιστρέφοντας, βλέποντας τα μάτια των ανθρώπων της ασίγαστης καθημερινής πάλης, ακούγοντας τα επικριτικά λόγια του πιο καλού φίλου τού παππού. Και θα μάθει να κλαίει ξανά, να αποδέχεται τις ρίζες του, να κοιμάται ήσυχος, όπως όταν ήταν παιδί. Φαντασία και εικόνες, η φύση να κυριαρχεί για να επιδεικνύει τη δεσπόζουσα θέση της. Βουνά και χιόνια, σπηλιές και ποτάμια, αλώνια και μέρη της ξενιτιάς, ήλιος καυτερός και βροχή που γεννάει τη λάσπη, όλα καθορίζουν τον κόσμο των ηρώων. Κι ο θάνατος παντού. Για να θυμίζει το σύντομο της ζωής, το τυχαίο της συνθήκης, το αναπόδραστο για όλους. Ο Νικολακόπουλος πλάθει ιστορίες παλιές, με λέξεις χαμένες, άγνωστες, με διαλέκτους ξεχασμένες, με κώδικες μυστικούς. Στρέφει το βλέμμα σε μύθους και δοξασίες, μάγια και στοιχειά, για να φτιάξει έναν κόσμο που ταλαντεύεται ανάμεσα στην αλήθεια, στην πραγματικότητα και το φαντασιακό κι αλλοπαρμένο. Και το πετυχαίνει περίφημα. Οι ιστορίες του ξετυλίγονται μπροστά μας αλλόκοτες και ταραγμένες, ξένες μα και δικές μας, αισθήματα κρυφά, ίσως αυτά που δεν αναγνωρίζουμε ή δεν αποδεχόμαστε κιόλας, γυρεύουν τη θέση τους μέσα από τις σελίδες του. Αγάπη κι ενοχή, μίσος και θυμός, εγωισμός κι εκδίκηση και μια λύπη που ταράζει. 

Μα πάνω από όλα μια κατάφαση. Στη ζωή, στον αγώνα, στην προσπάθεια, στη χαρά, στη θλίψη, στην αγάπη και στον θυμό, στον φόβο και στην αγωνία, μια κατάφαση στην ανθρώπινη φύση που μπορεί να είναι τόσο ξάστερη όσο και αντιφατική, αλλοπρόσαλλη.  

Για να καταλήξει στην αποδοχή. Αυτού που μας δόθηκε σαν κληρονομιά και το απορρίψαμε, το απαξιώσαμε, το στρεβλώσαμε, για να βάλουμε στη θέση του το νέο, το φρέσκο, το ανάλαφρο. Κι ύστερα, σε μια στροφή της ζωής, σε κάποιο γεγονός καθοριστικό, κληθήκαμε πάλι να δούμε με άλλα μάτια, με καινούργιο μέτρο, ίσως αυτό των αξιών. 

Τα δεκαέξι αυτά διηγήματα, γεμάτα νοσταλγία αλλά όχι γλυκερό εξωραϊσμό, στρίβουν την πυξίδα μας να δείξει αυτό που πραγματικά αξίζει και μένει όταν με άρνηση, απαξίωση κι εγωισμό έχουμε αποποιηθεί την κληρονομιά. Είναι η αποδοχή της. Σιωπηρά στα λόγια και ρητά στις πράξεις, ο Νικολακόπουλος καταφάσκοντας ο ίδιος στο δέκατο έκτο και τελευταίο διήγημά του με τον ομότιτλο του βιβλίου τίτλο, αποδέχεται τις μνήμες, τους ανθρώπους, τη ζωή που απέρριψε, αυτό που του δόθηκε και το επανεκτίμησε αφού το είχε χάσει. Και σηκώνει την παντιέρα της νίκης των ανθρώπων του μόχθου, της στέρεης ζωής. «Το τραπεζομάντιλο, που το τινάζαμε απ’ τα ψίχουλα και το ανεμίζαμε μεσημέρι βράδυ κι η νίκη μας ήταν αυτή. Το φαγητό στο τραπέζι».