ΒΙΒΛΙΟ

500 λέξεις με τον Σπύρο Γούλα

Ο Σπύρος Γούλας γεννήθηκε το 1991 στην Αθήνα. Σπούδασε στο Τμήμα Μηχανικών Ηλεκτρονικών Υπολογιστών και Πληροφορικής στο Πανεπιστήμιο Πατρών και εργάζεται ως προγραμματιστής. «Τα περσινά τους βάζουν για καλά» είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις.
 
Ποια βιβλία έχετε αυτόν τον καιρό πλάι στο κρεβάτι σας; 
Την «Τριλογία της Νέας Υόρκης» του Πολ Οστερ και την τελευταία ποιητική συλλογή του Γιάννη Δούκα «Η Θήβα Μέμφις».
 
Ποιος ήρωας/ηρωίδα λογοτεχνίας θα θέλατε να είστε και γιατί; 
Ο Χένρι από τη «Μυστική ιστορία» της Ντόνα Ταρτ, γιατί προσπάθησε να λύσει το πρόβλημα του αυτοεγκλωβισμού και της ατελέσφορης θεωρίας.
 
Διοργανώνετε ένα δείπνο. Ποιους συγγραφείς ή/και ποιητές καλείτε, ζώντες και τεθνεώτες; 
Τον Γιάννη Στίγκα, τον Τσαρλς Μπουκόφσκι, τον Ερνεστ Χέμινγουεϊ, την Τζένη Μαστοράκη και τον Αργύρη Χιόνη.
 
Ποιο ήταν το πιο ενδιαφέρον στοιχείο που μάθατε πρόσφατα χάρη στην ανάγνωση ενός βιβλίου; 
Πως ο Πύργος της Βαβέλ οικοδομήθηκε 340 χρόνια μετά τον Κατακλυσμό.
 
Ποιο κλασικό βιβλίο διαβάσατε πρόσφατα για πρώτη φορά; 
Οχι ιδιαιτέρως πρόσφατα, αλλά το «Για ποιον χτυπάει η καμπάνα».
 
Και ποιο είναι το βιβλίο που έχετε διαβάσει τις περισσότερες φορές; 
«Οι αρετές του πολέμου» του Στίβεν Πρέσφιλντ.
 
Ενα σχόλιο για τον τίτλο της πρώτης σας ποιητικής συλλογής; 
Η στασιμότητα σκοτώνει.
 
Τι είναι αυτό που συνδέει, αν συνδέει, τα ποιήματα της συλλογής; 
Μπαίνω στον πειρασμό να απαντήσω «εγώ!». Η πραγματικότητα είναι πως προσπάθησα να παρουσιάσω ένα σύγχρονο δείγμα γραφής. Με προβληματίζει ιδιαίτερα το τι σημαίνει «σύγχρονη ποίηση» και ποιοι τη διαβάζουν. Με αυτή τη συλλογή ήθελα να καταθέσω μια δική μου πρόταση.
 
Θα θέλαμε έναν συνοπτικό ερμηνευτικό σχολιασμό του ποιήματος «Chinese Jesus». 
Σε ένα σημείο της Βίβλου ο Ιησούς αναφέρει πως θα Του ήταν πολύ εύκολο να επιβάλει την πίστη στο πρόσωπό Του κάνοντας ένα νεύμα ώστε να ανοίξουν οι ουρανοί και όλοι οι άγγελοι να κατέβουν σαλπίζοντας. Αυτό σίγουρα δεν θα άφηνε καμία αμφιβολία περί της θεϊκής Του φύσης. Εκείνη την εποχή η αγάπη για τον εαυτό μου ήταν περισσότερο ζήτημα καλής θέλησης και λιγότερο προφανούς επιλογής, οπότε αναρωτήθηκα εάν θα ήταν δυνατό να παρακάμψω τις ευγένειες και με ένα στεφάνι να μου αποδείξω μια φύση άξια αγάπης, επιβάλλοντας την πίστη μου σε εμένα, παρά ζητώντας τη ευγενικά. Προφανώς δεν έχω καμία τέτοια ιδιότητα, ήμουν ένας «κινεζικός» Ιησούς, ένα κακέκτυπο χαμηλής ποιότητας, ανίκανο για το θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων, οπότε έμεινα με το μόνο θαύμα που φαίνεται να κάνουν σήμερα οι εικόνες, το δάκρυ.