ΒΙΒΛΙΟ

Τα πράγματα όχι μόνο αλλάζουν, μάλλον δεν ήταν ποτέ όπως νομίζαμε

Ο νομπελίστας Καζούο Ισιγκούρο, στο νέο του βιβλίο, μιλάει για την τεχνητή νοημοσύνη και τη μοναδικότητα του ανθρώπου

ta-pragmata-ochi-mono-allazoyn-mallon-den-itan-pote-opos-nomizame

ta-pragmata-ochi-mono-allazoyn-mallon-den-itan-pote-opos-nomizame0Μόλις άνοιξε η σύνδεση της πλατφόρμας Zoom, η ματιά μου έπεσε στο πιάνο και στις κιθάρες που βρίσκονταν σε μια γωνιά του καθιστικού, πίσω από τον αριστερό ώμο του Καζούο Ισιγκούρο. Ο νομπελίστας συγγραφέας, καθισμένος μπροστά από την κάμερα του υπολογιστή του, γνωστός για την αγάπη του στη μουσική (φανατικός «ντιλανικός»), υποδέχτηκε δημοσιογράφους από διεθνή μέσα ενημέρωσης, ανάμεσά τους και την «Κ», σε μια συνέντευξη Τύπου για το νέο του βιβλίο «Η Κλάρα και ο Ηλιος», το πρώτο μετά το Νομπέλ Λογοτεχνίας που του απονεμήθηκε το 2017. Τότε, ήταν στο 1/3 του βιβλίου, όπως μας είπε, η έκπληξη ήταν μεγάλη, δεν το περίμενε αλλά το βραβείο δεν επηρέασε ούτε το μυθιστόρημα ούτε τον ίδιο. «Είναι σαν να έχει συμβεί σε ένα άλλο σύμπαν, σε ένα δικό μου άβαταρ, αλλά όταν επιστρέφω στο γραφείο μου είναι το ίδιο, είναι πολύ ακατάστατο, με χαρτιά παντού, τα συγγραφικά μου προβλήματα παραμένουν ίδια, δεν γίνομαι πιο έξυπνος ή ευφάνταστος. Μάλλον το αντίθετο», σημείωσε χαμογελώντας.

Στο νέο του βιβλίο ο Ισιγκούρο συστήνει την «Τεχνητή Φίλη» Κλάρα, ένα ανδροειδές τεχνητής νοημοσύνης που τροφοδοτείται με ηλιακή ενέργεια. Με χαρακτηριστικά μικρού παιδιού, η Κλάρα προσπαθεί να βγάλει νόημα από τον κόσμο παρατηρώντας τους ανθρώπους και τις αντιδράσεις τους μέσα από τη βιτρίνα ενός καταστήματος. Σκοπός της ύπαρξής της είναι να γίνει η καλύτερη φίλη του παιδιού που θα την αγοράσει και αυτό προσπαθεί να κάνει όταν γνωρίζει τη νεαρή Τζόσι και τη μητέρα της. Η πλοκή όμως παίρνει άλλη τροπή, και εκεί βρίσκεται η καρδιά του μυθιστορήματος, όταν η Τζόσι κινδυνεύει να πεθάνει και η απελπισμένη μητέρα της βλέπει στην Κλάρα μια νέα κόρη.

Ο Ισιγκούρο καταπιάνεται με τις δυνατότητες και τα ερωτήματα της τεχνητής νοημοσύνης στο βιβλίο, το οποίο στην αφετηρία του δανείζεται την ελευθερία της παιδικής λογοτεχνίας αλλά καταλήγει σε ένα μυθιστόρημα υπαρξιακών αναζητήσεων στα μεγάλα θέματα της αγάπης, της μοναδικότητας του ανθρώπου και της ανθρώπινης ψυχής με αναφορές σε θέματα όπως η κλιματική αλλαγή και οι νέες ανισότητες (η Τζόσι ανήκει στα γενετικώς αναβαθμισμένα παιδιά της εποχής της). «Αν ζούμε σε έναν κόσμο όπου κάθε φορά όταν προσπαθούμε να κάνουμε ψώνια ή να δούμε τηλεόραση μια μυστηριώδης δύναμη προτείνει εκπομπές που έχει επιλέξει για εμάς και πέφτει μέσα, αν το θεωρούμε αυτό ολοένα και πιο φυσιολογικό, ίσως είμαστε ένα σετ αλγορίθμων που είναι ώς έναν βαθμό προβλέψιμοι», μας είπε ο συγγραφέας και διατύπωσε το ερώτημα «τι θα σημαίνει αυτό για την ανθρώπινη αγάπη εάν ο τρόπος που βλέπουμε τη μοναδικότητα ενός ανθρώπου μετατοπιστεί από εκείνον που συνηθίσαμε εδώ και αιώνες;». 

Μιλώντας λίγο περισσότερο για την τεχνητή νοημοσύνη ο Ισιγκούρο αποδέχεται τα μεγάλα οφέλη της, αλλά ανησυχεί για τρία πράγματα: τις επιπτώσεις στην εργασία, το πρόβλημα του «black box», τις πρώτες ιδέες, αν μπορούμε να το εξηγήσουμε απλά, που θα μπουν στο «μυαλό» της τεχνητής νοημοσύνης και θα περιέχουν τις ανθρώπινες προκαταλήψεις και την απειλή για τις φιλελεύθερες δημοκρατίες, με την έννοια ότι τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης ίσως προωθήσουν πιο συγκεντρωτικά πολιτικά συστήματα. Ο ίδιος πάντως δεν φάνηκε να ανησυχεί τόσο για τα βιβλία που μπορεί να γράφονται από ηλεκτρονικούς εγκεφάλους αλλά για τη διαχείριση των ανθρώπινων συναισθημάτων σε μια μελλοντική πολιτική καμπάνια. «Οταν η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να γράφει βιβλία που θα σε κάνουν να κλαις ή να γελάς, τότε θα μπορεί να βρει την επόμενη μεγάλη ιδέα, δηλαδή κάτι σαν τον κομμουνισμό, τον ναζισμό, τον καπιταλισμό. Μια ιδέα γύρω από την οποία οι άνθρωποι θα συγκρουστούν».

Δεν είναι δύσκολο να γίνουν στο βιβλίο συνειρμικές συνδέσεις με ορισμένες πτυχές της πανδημίας, όπως την προσήλωση στις οθόνες, αλλά ο κορωνοϊός δεν ήταν ποτέ στο θέμα ή στο παρασκήνιο της Κλάρας. Ωστόσο, ο Καζούο Ισιγκούρο προβληματίζεται, μας είπε, για τη γενικότερη κατάσταση του κόσμου, από τη δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ και τις αμερικανικές εκλογές, το Brexit, την άνοδο του λαϊκισμού, ως ένας άνθρωπος μιας γενιάς που μεγάλωσε με φιλελεύθερες, ανθρωπιστικές αξίες. «Φαίνεται ότι τα πράγματα όχι μόνο αλλάζουν αλλά μάλλον δεν ήταν ποτέ όπως νομίζαμε αρχικά. Δεν διαβάσαμε σωστά μεγάλες περιοχές του κόσμου και τους ανθρώπους με τους οποίους ζούμε μαζί». 

Ειδικότερα για την πανδημία και τις θεωρίες συνωμοσίας, ο Ισιγκούρο προβληματίζεται, όπως είπε, από τη σταδιακή επικράτηση ενός ορισμού για την αλήθεια που στηρίζεται στα συναισθήματα παρά στα γεγονότα. Σε μια στιγμή αυτοκριτικής, διερωτήθηκε μήπως και ο ρόλος του ιδίου ως συγγραφέα, που γράφει αναδεικνύοντας τη σημασία των συναισθημάτων, έχει συμβάλει στη δημιουργία αυτής της συνθήκης. «Δεν είναι ότι αμφισβητώ την αξία της λογοτεχνίας που έχω περάσει όλη μου τη ζωή να υπηρετώ, αλλά (αυτή η κατάσταση) δημιούργησε αυτά τα ερωτήματα στο μυαλό μου. Είναι πιο δύσκολο να δικαιολογήσω τη σημασία της μυθοπλασίας, της λογοτεχνίας των συναισθημάτων με τους όρους του παρελθόντος. Νομίζω είναι κάτι που αξίζει να αναρωτηθούμε όλοι όσοι ανήκουμε στο φιλελεύθερο καλλιτεχνικό κομμάτι αυτού του κόσμου».