ΒΙΒΛΙΟ

Σπαρακτικές σελίδες γραμμένες σε ψυχρή καθαρεύουσα

Τα απομνημονεύματα του Κρητικού αγωνιστή Καλλίνικου Κριτοβουλίδη εκδίδονται στο πλαίσιο της επετείου των 200 χρόνων

sparaktikes-selides-grammenes-se-psychri-kathareyoysa

Στο πλαίσιο των 200 χρόνων από την Επανάσταση, το Ιδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία αποφάσισε να εκδώσει, στη σειρά «Κείμενα Μνήμης» και με την ευθύνη της επιστημονικής επιτροπής που συστάθηκε γι’ αυτόν τον σκοπό, δυσεύρετα απομνημονεύματα/ημερολόγια αγωνιστών και ιστοριογραφήματα του 19ου αιώνα που επικεντρώνονται στην Επανάσταση.

Κάθε τόμος της σειράς σφραγίζεται από την επιμέλεια αναγνωρισμένων ιστορικών, που αποκαθιστούν το κείμενο όπου κρίνεται αναγκαίο, το σχολιάζουν διεξοδικά στα εκτενή εισαγωγικά τους κείμενα και το υποστηρίζουν με παραρτήματα, σημειώσεις, γλωσσάρια και ευρετήρια. Βιβλία φιλικά προς τον αναγνώστη, αλλά και επιστημονικώς έγκυρα· αυτός είναι ο στόχος.

Ο τέταρτος τόμος είναι αφιερωμένος στα απομνημονεύματα του Κρητικού αγωνιστή Καλλίνικου Κριτοβουλίδη και εκδίδεται με την επιμέλεια της Ελευθερίας Ζέη. Τίτλος του, «Απομνημονεύματα του περί αυτονομίας της Ελλάδος πολέμου των Κρητών». Ο τόμος κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες και η «Κ» προδημοσιεύει ενδεικτικό απόσπασμα-οδηγό στο βιβλίο από την εισαγωγή του Παντελή Μπουκάλα, διευθυντή της σειράς.

Προδημοσίευση

sparaktikes-selides-grammenes-se-psychri-kathareyoysa0Με σπουδές στο Ελληνικό Σχολείο των Χανίων, της πόλης όπου γεννήθηκε στη δεκαετία του 1790, και κυρίως στο Φιλολογικό Γυμνάσιο της Σμύρνης, όπου δέσποζαν δύο μορφές του ελληνικού Διαφωτισμού, ο Κωνσταντίνος Κούμας και ο Κωνσταντίνος Οικονόμου, ο Κριτοβουλίδης μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1819. Με την κήρυξη της Επανάστασης επέστρεψε στο γενέθλιο νησί και υπηρέτησε τον Αγώνα στα πολεμικά μέτωπα της Κρήτης αλλά και της Πελοποννήσου, ενώ στη συνέχεια ανέλαβε διοικητικές θέσεις ευθύνης στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Πέθανε στην Αθήνα τον Ιούλιο του 1868.

Στον επικήδειό του, ο Νίκανδρος Ζανούβιος, λόγιος, ιερωμένος και φίλος του Κριτοβουλίδη, εγκωμίασε την ανδρεία και την τιμιότητα του εκλιπόντος, ενώ διεκτραγώδησε το τέλος του με σκέψεις που θα μπορούσε να αφορούν πάμπολλους αγωνιστές: «Καὶ ὅμως, ὁ πολύτιμος οὗτος ἀνήρ, ὁ τὸν βίον αὐτοῦ ἅπαντα τῇ πατρίδι ἀφιερώσας, καταβαίνει σήμερον εἰς τὸν τάφον διττῶς λυπούμενος. Τὸ μέν, ἐπειδὴ ἐγκαταλείπει χήραν καὶ ὀρφανὰ ἐν ἄκρᾳ πενίᾳ (ἀλλὰ τοιαύτη ἡ μοῖρα τῶν ἀγωνιστῶν καθ’ ὅλου). Τὸ δὲ πάντων λυπηρότατον, διότι δὲν ἠξιώθη καὶ οὗτος νὰ ἴδῃ τὴν ἔνδοξον ἐκείνην ἡμέραν, τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς πατρίδος αὐτοῦ, ὑπὲρ τῆς ὁποίας τοσαῦτα ἐμόχθησε».
Τα Απομνημονεύματα του Κριτοβουλίδη εκδόθηκαν πρώτη φορά το 1859. (…) άνθρωπος εγγράμματος, όπως είδαμε, έγραφε στην «αυτονόητη», αν όχι υποχρεωτική καθαρεύουσα της εποχής του. Μια καθαρεύουσα, εντούτοις, η οποία και στη δική του περίπτωση, όπως και σε πολλές άλλες, είναι περισσότερο εξωτερική, ένα ντύμα παρά μια κατακτημένη εκφραστική επιλογή. Ο σκελετός, στο βάθος, είναι της δημοτικής. Δηλαδή της γλώσσας που μιλούσαν όχι μόνο οι λαϊκοί αλλά και οι λίγο-πολύ λόγιοι, οι οποίοι όμως δεν την έγραφαν, υπακούοντας στη νόρμα, στον επιβεβλημένο κανόνα. Η διήγηση του Κριτοβουλίδη δείχνει αρκετά συχνά ότι ασφυκτιά μέσα στη στολή της καθαρεύουσας. Το φανερώνει το μπέρδεμα του αφηγηματικού νήματος, όταν ο συγγραφέας ενδίδει στην υποτακτική σύνταξη της καθαρεύουσας και οι φράσεις του μακραίνουν αστοχώντας. Το φανερώνει η ανάγκη που νιώθει να προσθέσει εντός παρενθέσεως την εύληπτη νεοελληνική λέξη, όταν χρησιμοποιεί κάποια αρχαιότερη που φοβάται ότι δεν θα γίνει κατανοητή: «ἀπάγεται (σηκώνεται) τὴν 11 ἢ 12 τοῦ ἰδίου μηνὸς» (εδώ, σ. 225). (…)

Εύκολα φανταζόμαστε πόσο θερμός και συναρπαστικός θα ήταν ο λόγος του Κριτοβουλίδη, αν δεν μείωνε τη θερμοκρασία του η ψυχρή καθαρεύουσα. Μολαταύτα, οι πολλές σπαραχτικές σελίδες του, εκεί όπου κορυφώνονται όλα του τα συναισθήματα, του δίνουν μια διάσταση που δεν τη συναντάμε σε πολλά άλλα απομνημονεύματα. Εδώ το παράπονο και ο θυμός δεν έχουν προσωπική αφετηρία και σκόπευση. Ο συγγραφέας δεν οργίζεται επειδή, για παράδειγμα, έχει την πεποίθηση ότι αδικήθηκε. Για τη «μητρίδα» του την Κρήτη θυμώνει και γι’ αυτήν παραπονιέται: για τη μη συμπερίληψή της στην «ἑλληνική ὁλομέλεια». (…) Ο Κριτοβουλίδης βλέπει δύο λαούς στο νησί, τους Ελληνες Κρήτες και τους Τούρκους Κρήτες και με την ίδια τιμιότητα αναγνωρίζει ότι δεν εξισλαμίστηκαν όλοι οι Ελληνες βιαίως· αρκετοί αλλαξοπίστησαν εκουσίως, προσβλέποντας σε όλα τα εξ αυτού απορρέοντα οφέλη. Μολαταύτα δεν ανέχεται την παραμικρή αμφισβήτηση του φρονήματος των Ελληνοκρητών. 

Η Τουρκοκρατία, λέει, «δὲν ἠμπόρεσε νὰ καταδαμάσῃ ὁλοσχερῶς τὸ ἀνδρικὸν καὶ φιλελεύθερον φρόνημα τῶν ὑποδουλωμένων Κρητῶν, οἵτινες τὸ διέσωσαν πάντοτε καὶ εἰς τὸ στόμα των ἀπτοήτως ἐν ταῖς συναναστροφαῖς, ἐν ταῖς εὐωχίαις καὶ ἐν ταῖς συναπαντήσεσιν ὡς πρώτην καὶ θερμοτέραν εὐχὴν πρὸς ἀλλήλους τὸ “Καλὴ ἐλευθερία”, μὲ ὅλας τὰς ὁποίας ὑπέφερον σκληρότητας» (εδώ, σ. 420). Παρά τον αίνο, η καθαρή ματιά του δεν αφήνει έξω από την εικόνα μια από τις βαθιές πληγές του νησιού: το «τμηματικὸν φρόνημα», δηλαδή την οξύτατη αντιπαλότητα ανάμεσα στους κατά τα λοιπά ομοεθνείς, ομόγλωσσους και ομόθρησκους κατοίκους διπλανών περιοχών ή και γειτονικών χωριών. 

Με τα Απομνημονεύματά του ο Κριτοβουλίδης θέλησε να πληροφορήσει, να διαφωτίσει, να αναιρέσει ιστοριογραφικές διηγήσεις για την Κρήτη που είχαν αρχίσει να κυριαρχούν στην Ελεύθερη Ελλάδα. Πρωτίστως θέλησε να συγκινήσει και να παρακινήσει. Χρειάστηκε όμως μισός αιώνας ακόμα, κι αυτός ματωμένος, ώσπου να ενωθεί η Κρήτη με την Ελλάδα.