ΒΙΒΛΙΟ

Επιστροφή σε σπίτι που… δεν υπάρχει

Μια θαυμάσια νουβέλα του Γιόζεφ Ροτ, «αν δώσει κανείς τη δέουσα προσοχή, και αν είναι ανοιχτός και αφοσιωμένος»

epistrofi-se-spiti-poy-den-yparchei-561363922

JOSEPH ROTH
Ο Τσίπερ και ο πατέρας του
μτφρ. Πελαγία Τσινάρη 
εκδ. Ροές, σελ. 225

epistrofi-se-spiti-poy-den-yparchei0[…] Κάθονταν ο ένας απέναντι στον άλλο, ο γέρος και ο νέος. Πρώτη φορά ήταν καθισμένοι έτσι αντικρυστά […] Μονάχα πατέρας και γυιός, τίποτε άλλο. Σαν ένα παράδειγμα της Ιστορίας, σκέφτηκα. Εκπρόσωποι δύο γενεών μίας και μόνο φυλής. Καθένας τους με το καθήκον να εκπροσωπήσει την εποχή του. […]

Ο Αρνολντ Τσίπερ, ο φορτωμένος με ελπίδες γιος, επιστρέφει στην πατρίδα μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο· νιώθει ωστόσο άπατρις. Κάθεται σε καφενεία, ψάχνει ματαίως να βρει κάποιο νόημα σε μια μόνιμη δουλειά. Είναι η παραδειγματική μορφή μιας απογοητευμένης και αποδεκατισμένης γενιάς.

Για τους λάτρεις της γερμανόφωνης λογοτεχνίας, ο Γιόζεφ Ροτ ανήκει στο πάνθεον των συγγραφέων εκείνων των οποίων η υπογραφή συνιστά εγγύηση αναγνωστικής απόλαυσης, σχεδόν ανεξάρτητα από το περιεχόμενο του έργου. Οι λεπτές αποχρώσεις των χαρακτήρων, που είναι ζωντανοί και δίπλα μας ανεξάρτητα (πάλι) από το χρονικό πλαίσιο που τους τοποθετεί ο συγγραφέας, οι σημειολογικές παρατηρήσεις ενός συστηματικού παρατηρητή της ανθρώπινης φύσης, οι λέξεις του, που στην Ελλάδα ευτύχησαν να βρουν μεταφραστές ικανούς έτσι ώστε να μη χάνεται η οξυδέρκεια, η επιρροή και η γοητεία τους, είναι δυνάμεις που χαρακτηρίζουν όλα τα έργα του συγγραφέα.

Γνωστός και κρινόμενος κυρίως για τη λογοτεχνία το ιστορικό χρονικό πλαίσιο της οποίας τοποθετείται στην εποχή πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και σε αυτήν του Μεσοπολέμου, στον Ροτ αποδόθηκαν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά αναγνώρισης που ταυτίστηκαν με την προσωπικότητα και τις πεποιθήσεις του, δημιουργώντας μια, σχεδόν, στερεοτυπική εικόνα: λάτρης και νοσταλγός της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, συναισθηματικός συγγραφέας της πτώσης της και ενός κόσμου οριστικά παρελθόντος. Θα συμφωνήσουμε ότι περιγράφει αυτόν τον κόσμο πάντα, άλλοτε με μιαν υπαινικτική και άλλοτε με σαφή νοσταλγία, την οποία εμείς προσλαμβάνουμε περισσότερο ίσως από τους συγχρόνους του αφού, μοιραία λόγω χρονικής απόστασης, ελεύθεροι να γοητευθούμε, βλέπουμε στις λογοτεχνικές αφηγήσεις του συγγραφέα έναν καμβά εποχής, κάπως σαν θολή ακουαρέλα, που δίνει άπλετο χώρο στις δικές μας ερμηνευτικές πινελιές. Αυτή η αναγνωστική απελευθέρωση από τα πραγματολογικά στοιχεία συνάδει ίσως και με τη λογοτεχνική πραγματικότητα του Ροτ αφού, περιγράφοντας μια «ουτοπία παρελθόντος» που περιλαμβάνει πολλά που δεν υπήρξαν και άλλα τόσα που δεν έζησε, αφήνει ανοιχτή την πιθανότητα η συμβολική διάσταση να αποτελούσε συγγραφική επιθυμία.

Οι εικόνες του σπιτιού του είχαν ήδη εξαφανιστεί ως πραγματικές δυνατότητες όταν ο Ροτ τις δημιουργούσε, μετατρέποντάς τες έτσι σε αναδρομικές ψευδαισθήσεις. Το Brody, η γενέθλιος συνοριακή πόλη με τις σχεδόν μεταφυσικές ιδιότητες, έπαψε να αποτελεί λίκνο πολλαπλών εθνικοτήτων μετά την κατάρρευση της αυτοκρατορίας και έγινε μέρος της Πολωνίας και μετά της Ουκρανίας. Μια σταθερή οικογενειακή ζωή ως εικόνα «σπιτιού» δεν υπήρξε ποτέ για τον Ροτ. Μεγάλωσε ως παιδί χωρίς πατέρα, που ζούσε στο σπίτι του θείου του με τη μητέρα και τον παππού του.

Οι χαρακτήρες του, δομημένοι σε αυτήν τη νοσταλγική επιθυμία «επιστροφής στο σπίτι», πέραν του ότι «ζουν» την ιστορική κατάσταση των μεσοπολεμικών χρόνων που χαρακτηρίστηκαν από μιαν άνευ προηγουμένου ανησυχία και αστάθεια, απεικονίζουν και τις σκοτεινότερες, λιγότερο ευχάριστες πτυχές της αυτοκρατορικής κυριαρχίας. Συχνά, πολύ συχνά, φτάνουν στα όρια της καρικατούρας. Ενός σχεδιάσματος ανθρώπου που ακολουθεί το τυπικό λόγω υπαρξιακής βαρύτητος, με καθόλου επεξεργασμένο το περιεχόμενό του, παραδομένος στον ιστορικό χρόνο του βίου του. Υπάρχουν στο Radetzky March και πρωταγωνιστούν στο «Ο Τσίπερ και ο πατέρας του».

Εκφράζουν την ανάγκη αναζήτησης και επαναπροσδιορισμού μιας προσωπικής ταυτότητας που, μετά τη διάλυση της υπερεθνικής αυτοκρατορίας, βρίσκεται «στριμωγμένη» κάτω από μια εθνική ταμπέλα και η αναζήτηση ενός προσωπικού τόπου μέσα σε αυτήν συμβαδίζει με την έντονα ειρωνική διάθεση του συγγραφέα για την αξία της, αναδεικνύοντας, ίσως, μια βαθιά προσωπική τάση του Ροτ. Διότι η εξορία, η περιπλάνηση, η απομόνωση για την οποία έγραφε στον Τσβάιχ, τα καφενεία ως χώρος φιλοξενίας ήταν μάλλον σε σημαντικό βαθμό, αν όχι εξαρχής μια ενσυνείδητη επιλογή τουλάχιστον μια αυτοκατευθυνόμενη κατάσταση, παρά τις ιστορικές δυνάμεις με τις οποίες συναντήθηκε αργότερα και υπό την πίεση των οποίων κινήθηκε. Η προτίμησή του για τα δωμάτια του ξενοδοχείου, η ζωή που έζησε, σύμφωνα με τα δικά του λόγια, ως «πατριώτης του ξενοδοχείου», φαίνεται να βασίζεται στην αποστροφή της «μόνιμης κατοικίας» αφού υλοποιήθηκε πολύ πριν από την αναγκαστική πολιτική εξορία του 1933 και μπορεί να θεωρηθεί μορφή αυτοεπιλεγμένης εξορίας από μια κανονικότητα καθημερινής ζωής στην οποία τείνουν οι περισσότεροι άνθρωποι ή έκφραση ενός κοσμοπολιτισμού που πραγματωνόταν ελεύθερα κάτω από τις φτερούγες της παλιάς αυτοκρατορίας. Εκφραση μιας εβραϊκότητας που ακόμη και αν ο Ροτ δεν ενστερνιζόταν την απόλυτη αξία και τη δυναμική της, ωστόσο οδηγούσε και καθόριζε. Πιθανόν μετά την πολιτική επιβολή της εβραϊκής ταυτότητας που ήταν αποτέλεσμα του Ιανουαρίου του 1933, να προχώρησε σε μια πιο θεωρητική αξιολόγηση της εβραϊκότητας και συνακόλουθα της περιπλάνησης ως ηθικής επιταγής, αν και όπως έγραφε το 1935 στον Τσβάιχ «η εβραϊκότητά μου δεν μου φάνηκε ποτέ σαν τίποτε άλλο από μια τυχαία ιδιότητα, σαν, ας πούμε, το ξανθό μου μουστάκι (που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι καστανό). Δεν υπέφερα ποτέ απ’ αυτήν ούτε ήμουν ποτέ περήφανος γι’ αυτήν».

Απέρριπτε την ιδέα και τους στόχους του Σιωνισμού, τον οποίο αμφισβήτησε σθεναρά στο σύνολό του, συμπεριλαμβάνοντάς τον στους οργισμένους εθνικισμούς που μαίνονταν στην ευρωπαϊκή σκηνή από το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Είχε πειστεί ότι τα σύνορα του εθνικού κράτους, εξ ορισμού περιορίζουν και το εύρος του ψυχισμού και της πνευματικότητας των ανθρώπων ενώ οι εθνικές ιδιοσυγκρασίες θα οδηγούσαν μόνο σε καταστροφή και πόλεμο – το γερμανικό παράδειγμα του κακού εν τη γενέσει ήταν πλέον εκεί. Εάν, λοιπόν, μια εβραϊκή πατρίδα οδηγούσε αναπόφευκτα στον εθνικισμό και στον πόλεμο τότε έπρεπε να δημιουργηθεί μια βιώσιμη συνθήκη «σπιτιού». Το «ανήκειν» έμενε να αναζητηθεί σε μια κατάσταση διασποράς. Μιας υπερεθνικής κατάστασης όπως ήταν αυτή που εξασφάλιζε η αυτοκρατορία όπου «όλα ήταν πατρίδα, κάτι δυνατότερο και μεγαλύτερο από τον τόπο όπου έχει κανείς γεννηθεί, κάτι απέραντο και πολύχρωμο κι όμως γνώριμο και οικείο απ’ άκρου εις άκρον».

«Ο Τσίπερ και ο πατέρας του» είναι μια νουβέλα «θαυμάσια». Οπως, το 1927, έγραφε ο ίδιος ο Ροτ στον υπεύθυνο των επιφυλλίδων της Frankfurter Zeitung, «ανυπομονώ να σας το διαβάσω! Είναι τόσο θαυμάσιο αν δώσει κανείς τη δέουσα προσοχή, και αν είναι ανοιχτός και αφοσιωμένος!».