ΒΙΒΛΙΟ

Η ύβρις της αξιοκρατίας και η χαμένη αξιοπρέπεια

Οι ρίζες της λαϊκής δυσαρέσκειας

i-yvris-tis-axiokratias-kai-i-chameni-axioprepeia-561396235

MICHAEL J. SANDEL
The Tyranny of Merit
εκδ. Allen Lane, 2020, σελ. 272

i-yvris-tis-axiokratias-kai-i-chameni-axioprepeia0Ο καθηγητής πολιτικής φιλοσοφίας στο Χάρβαρντ Μάικλ Σαντέλ, γνωστός από τα ευπώλητα βιβλία του για την ηθική, τις αγορές και τη δημοκρατία, που έχουν μεταφρασθεί σε 27 γλώσσες και δημοφιλής με τις διαλέξεις του περί δικαιοσύνης, μας φέρνει αντιμέτωπους με ηθικά διλήμματα και στο νέο βιβλίο του «Η τυραννία της αξίας», καλώντας μας να επανεξετάσουμε τη στάση μας απέναντι στις έννοιες της επιτυχίας και αποτυχίας και να ξαναδώσουμε την πρέπουσα σημασία στην αξιοπρέπεια της εργασίας.

Για τον Σαντέλ η αξιοκρατία που τα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας ευαγγελίσθηκαν ως λύση στις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης, διευρυνόμενης ανισότητας και αποβιομηχάνισης οδήγησε σε μια αδικαιολόγητη προκατάληψη κατά των ολιγότερο μορφωμένων της εργατικής τάξης, ενώ η έξαρση του λαϊκισμού αποτελεί ηχηρή προειδοποίηση προς την τεχνοκρατική προσέγγιση της πολιτικής, όταν αυτή χάνει την επαφή με την κοινωνία, όταν αγνοεί όσους ζουν εκτοπισμένοι στο περιθώριο.

Αυτή η «ρητορική της ανόδου» δεν βρίσκει απήχηση σε όσους νιώθουν ευάλωτοι και εγκλωβισμένοι, όταν συνειδητοποιούν ότι ξεκινούν την προσπάθεια προς τα άνω από μειονεκτική θέση, αντίθετα με τους καλότυχους που διαθέτουν προβάδισμα με οικογενειακά, οικονομικά και άλλα πλεονεκτήματα και προνόμια. Είναι χαρακτηριστικό ότι 90% των γεννηθέντων στη δεκαετία του 1940, ξεπέρασαν τους γονείς τους. Στη δεκαετία του 1980 το ποσοστό είχε συρρικνωθεί στο μισό. Για τον συγγραφέα προέχει ένας διαφορετικός ορισμός της επιτυχίας, όπου μεγαλύτερη βαρύτητα δίδεται στις αρετές της ταπεινοφροσύνης, της αξιοπρέπειας, της αλληλεγγύης και της συλλογικής ευθύνης και η συνεισφορά στο κοινό καλό δεν αποτιμάται μόνο με οικονομικούς όρους.

Η «τυραννία της αξίας» εκδηλώνεται κυρίως με την πτυχιολατρία, όταν το πανεπιστημιακό δίπλωμα, ιδίως από κορυφαία ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης στην Αμερική, εξασφαλίζει την οικονομική επιτυχία και την κοινωνική ανέλιξη και χαράσσει μια βαθιά διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε όσους διαθέτουν πανεπιστημιακή μόρφωση (το 1/3 του εργατικού δυναμικού) και σε όσους τη στερούνται (τα 2/3). Στις δεκαετίες 1990 και 2000, όταν το σύνθημα «αυτό που μπορείς να κερδίσεις, εξαρτάται από αυτό που μπορείς να μάθεις» υιοθετήθηκε από τους ηγέτες της Κεντροδεξιάς και Κεντροαριστεράς στην Αμερική και στην Ευρώπη, η έλλειψη «των σωστών διαπιστευτηρίων» ερμηνεύθηκε από τις ελίτ ως απουσία αξίας για τα 2/3 των εργαζομένων, αντί να τιμηθεί και να ανταμειφθεί η συνεισφορά τους σε οικονομία και κοινωνία, με περίτρανη απόδειξη τις πολύτιμες υπηρεσίες που προσέφερε ο ανειδίκευτος και κακοπληρωμένος εργαζόμενος στη διάρκεια της πανδημίας.

Χωρίς κυβερνητική προτεραιότητα στην ενίσχυση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και διαρκούς κατάρτισης και με την εμμονή στο credentialism, η εργατική τάξη δεν θα αργούσε να στραφεί εναντίον της ελίτ και του πολιτικού συστήματος και να γοητευθεί από τις σειρήνες του λαϊκισμού και εθνικισμού. Ετσι, το 2016 ο Τραμπ έπεισε τα 2/3 των λευκών ψηφοφόρων χωρίς πανεπιστημιακό δίπλωμα, ενώ το 70% των Βρετανών χωρίς πανεπιστημιακή μόρφωση ψήφισαν υπέρ του Brexit.

Μεγάλες διαφορές

Η απόκλιση στα εισοδήματα πτυχιούχων πανεπιστημίου και αποφοίτων λυκείου στην Αμερική ήταν 40% το 1979 και αυξήθηκε σε 80% σήμερα. Στο τέλος της δεκαετίας του 1970 οι αποδοχές των επικεφαλής των μεγαλύτερων επιχειρήσεων ήταν 30πλάσιες του μέσου εργάτη και το 2014 έγιναν 300πλάσιες, όταν το μέσο πραγματικό εργατικό εισόδημα παρέμεινε στάσιμο για περίπου 50 χρόνια. Περισσότερη ζημιά όμως από την απώλεια εισοδήματος προκαλεί η διάβρωση της αξιοπρέπειας της εργασίας, όταν σ’ αυτήν δεν αποδίδεται ο προσήκων σεβασμός. Για τον συγγραφέα προέχει η εξασφάλιση καλών θέσεων εργασίας παρά ο ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης και η επιδότηση της εργασίας παρά της ανεργίας.

Ο Σαντέλ προτείνει στους πολιτικούς, ιδίως της Κεντροαριστεράς, να σκύψουν στις ρίζες της λαϊκής δυσαρέσκειας και να επανεκτιμήσουν πώς κρίνεται και ανταμείβεται η συνεισφορά στο συλλογικό καλό. Η ισότητα ευκαιριών είναι αναγκαία, όχι όμως επαρκής συνθήκη για τη διόρθωση της αδικίας. Ακόμη και αν η κοινωνία προσφέρει ισότητα ευκαιριών και κινητικότητα προς τα άνω, θα πρέπει να εγγυηθεί την αξιοπρέπεια και την κοινωνική αναγνώριση σε όσους για διάφορους λόγους αδυνατούν να ανέβουν στην κορυφή.
 
* Ο κ. Αχιλλέας Παπαρσένος υπηρέτησε στην ελληνική πρεσβεία της Ουάσιγκτον ως προϊστάμενος του Γραφείου Τύπου και Επικοινωνίας.