ΒΙΒΛΙΟ

«Η φιλοσοφία δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο…»

Ο καθηγητής Παναγιώτης Θανασάς συνομιλεί με κείμενα του Χέγκελ, αναλύοντας τις φιλοσοφικές τους προεκτάσεις

η-φιλοσοφία-δεν-μπορεί-να-αλλάξει-τον-561660628

ΧEΓΚΕΛ
Πρόλογοι και Εισαγωγές
Mετάφραση – ερµηνευτικά σχόλια: Παναγιώτης Θανασάς
Πανεπιστηµιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2021, σελ. 408

«…έτσι και η φιλοσοφία είναιη εποχή της, συνειλημμένημέσα σε διανοήματα»

«Η φιλοσοφία, ως διακρίβωση του ελλόγου, αποτελεί ακριβώς σύλληψη του παρόντος και πραγματικού και όχι κατασκευή ενός Επέκεινα».

Υπάρχει µια παρεξήγηση όσον αφορά τη φιλοσοφία, που επανέρχεται περιοδικά ανά τους αιώνες και φαίνεται πως δεν θα ξεπεραστεί εύκολα. Αυτή η παρεξήγηση αναφέρεται στο περιεχόμενο της φιλοσοφίας, αφού αυτό δεν προκύπτει με τον ίδιο τρόπο όπως σε άλλες επιστήμες, πιο προσιτές στην κατανόηση των ανθρώπων. Για παράδειγμα, το αντικείμενο της φυσικής επιστήμης προκύπτει από τη μελέτη του φυσικού περιβάλλοντος, από την παρατήρηση των φαινομένων και την εξέταση της ύλης. Ποιος θα αμφισβητήσει πως το αντικείμενο της γεωπονίας σχετίζεται με την καλλιέργεια της γης ή πως η δασολογία μελετά τα δάση; Ομως, το αντικείμενο της φιλοσοφίας έχει την ιδιαιτερότητα να μην προκύπτει εξωτερικά, αλλά εσωτερικά, στη βάση της νόησης, με αποτέλεσμα να μπλέκει με άλλες εκφάνσεις του πνεύματος, της συνείδησης, της εμπειρίας, των συναισθημάτων, και να μοιάζει σε πολλούς σαν κάθε τι αφηρημένο ή θεωρητικό να είναι και φιλοσοφικό, καθώς «τη θέση των αποδείξεων καταλαμβάνουν διαβεβαιώσεις [ή] αφηγήσεις περί γεγονότων» υποβιβάζοντας τον φιλοσοφικό λόγο στη διατύπωση γνώμης, πεποίθησης, δοξασίας.

Γράφει ο Χέγκελ: «Τούτη η επιστήμη [η φιλοσοφία] γνωρίζει συχνά την περιφρόνηση ακόμη και από όσους δεν έχουν καταβάλει καμία προσπάθεια γι’ αυτήν, αλλά φαντάζονται ότι κατανοούν οίκοθεν πώς έχουν τα πράγματα με τη φιλοσοφία και ότι […] είναι ικανοί να φιλοσοφούν και να την κρίνουν. Για τις άλλες επιστήμες γίνεται δεκτό ότι πρέπει κανείς να τις έχει σπουδάσει για να τις γνωρίσει, και ότι μόνο δυνάμει μιας τέτοιας γνώσης δικαιούται να τις κρίνει. […] Μόνο για το φιλοσοφείν δεν θεωρείται απαραίτητη μια τέτοια σπουδή, μελέτη και προσπάθεια».

Στους Προλόγους και τις Εισαγωγές των έργων τού Χέγκελ, που μας παρουσιάζει στον τόμο αυτό ο αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Παναγιώτης Θανασάς, ο Χέγκελ ασχολείται επισταμένα και επανειλημμένα με τη μορφή, το περιεχόμενο και τη μέθοδο της φιλοσοφίας, της γνώσης της αλήθειας, της φιλοσοφικής επιστήμης –όπως προτιμάει να την αποκαλεί–, τη σχέση της με τη διάνοια, με άλλες επιστήμες, με τη λογική, με τη θρησκεία, με τον συναισθηματικό λόγο, αλλά και με την ευγλωττία ή την πνευματική ρηχότητα που επαίρονται πως στην πραγματικότητα είναι φιλοσοφικές. Ο Χέγκελ σημειώνει κατά διαστήματα –και o καθηγητής Θανασάς το επισημαίνει σε διάφορα σημεία των σχολίων του– πως η φιλοσοφία όσο και ο φιλόσοφος βρίσκονται εντός του χρόνου, εντός της ιστορικής συγκυρίας, χωρίς να περιορίζονται από αυτή, και σχετίζονται ουσιαστικά και άμεσα με την ενεργό πραγματικότητα.

Με τα λόγια του Χέγκελ: «H φιλοσοφία, ως διακρίβωση του ελλόγου, αποτελεί ακριβώς σύλληψη του παρόντος και πραγματικού και όχι κατασκευή ενός Επέκεινα, το οποίο Κύριος οίδε πού θα βρισκόταν· ή μάλλον ενός Επέκεινα για το οποίο πράγματι θα μπορούσε κανείς να πει πού βρίσκεται: στην πλάνη μιας μονομερούς, κενής επιχειρηματολογίας».

Και με τα λόγια του καθηγητή Θανασά: «Eπισημαίνεται ότι και όταν τα όποια “ιδεώδη” στρέφονται “απέναντι” στην πραγματικότητα, εξακολουθούν εντέλει να παραμένουν άρρηκτα εξαρτημένα από αυτήν· η προσπάθειά τους να την υπερβούν είναι τόσο αποτελεσματική όσο και μια απόπειρα να αποχωριστεί κανείς τη σκιά του. Σε μια avant la letter αντιστροφή της ενδέκατης μαρξικής “Θέσης για τον Φόυερμπαχ”, ο Χέγκελ επιμένει ότι η φιλοσοφία δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, αλλά μόνο να τον κατανοήσει».

Με την απόθεση της φιλοσοφίας στην εποχή της και στη σύνδεσή της με την ενεργό πραγματικότητα, η δυνατότητα του ιδεατού αλλά και του δέοντος απομακρύνεται και ξεθωριάζει. Κάθε πρόταση για τον τρόπο που θα έπρεπε να είναι τα πράγματα, κάθε προτροπή για ιδεώδεις τροποποιήσεις, μεταρρυθμίσεις και αλλαγές αποκτά τον χαρακτήρα της γνώμης ή της εικασίας και δεν αφορά την επιστήμη της αλήθειας. «Αυτό που διδάσκει η έννοια, και που με τρόπο αναγκαίο δείχνει και η ιστορία, είναι ότι μόνο με την ωρίμαση της πραγματικότητας εμφανίζεται το ιδεατό απέναντι στο πραγματικό και, συλλαμβάνοντας την υπόσταση αυτού του ίδιου κόσμου, τον οικοδομεί για τον εαυτό του με τη μορφή ενός νοητικού βασιλείου». Είναι και ο Χέγκελ, αυτός ο σπουδαίος Γερμανός φιλόσοφος, τέκνο της εποχής του, όπως διαφαίνεται μέσα από τους Προλόγους κυρίως των έργων του, καθώς αφήνεται σε μια πιο ελεύθερη γραφή, εξωτερική της φιλοσοφίας, όπου εξετάζει και παρουσιάζει με τρόπο προσιτό τη σκέψη του. Στους Προλόγους και τις Εισαγωγές έχει τον χώρο να σχολιάσει, να κριτικάρει και να πάρει θέση σε όσα συμβαίνουν στους κύκλους της εποχής, να απαντήσει σε επικρίσεις που έχει δεχτεί και να αποσαφηνίσει σημεία του έργου του που ίσως να είναι πιο δυσνόητα ή δύσκολα. Το βιβλίο «Πρόλογοι και Εισαγωγές», εκτός των κειμένων του Χέγκελ περιλαμβάνει και έναν εκτενέστατο ερμηνευτικό σχολιασμό. Ο Παναγιώτης Θανασάς συνομιλεί με το κείμενο, αναλύοντας το περιεχόμενο της κάθε παραγράφου, προσφέροντας μια εικόνα της εποχής, των θεωρητικών διασυνδέσεων και των φιλοσοφικών προεκτάσεων. Ετσι, ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει το κείμενο σε πολλά επίπεδα ή να επιλέξει να αναμετρηθεί με τον Χέγκελ, κρυφοκοιτάζοντας πού και πού τις κατευθυντήριες γραμμές του μεταφραστή.

Ας ακολουθήσουμε, λοιπόν, μαζί με τον μεταφραστή και σχολιαστή του τόμου, την παραίνεση του Χέγκελ: «Οποιος αναζητεί μια βασιλική οδό προς την επιστήμη, δεν θα βρει κάτι πιο άνετο από το να εμπιστεύεται τον υγιή κοινό νου και (συμβαδίζοντας εξάλλου με την εποχή και με τη φιλοσοφία) να διαβάζει κριτικές φιλοσοφικών έργων, ιδίως δε τους προλόγους και τις πρώτες παραγράφους τους· διότι οι πρώτες παράγραφοι παρέχουν τις γενικές αρχές από τις οποίες εξαρτώνται όλα, ενώ οι πρόλογοι, πέραν των εξιστορητικών αναφορών [που συνήθως κάνουν], παρέχουν και την αποτίμηση, η οποία μάλιστα υπερβαίνει το αποτιμώμενο».

%ce%b7-%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%bf%cf%83%ce%bf%cf%86%ce%af%ce%b1-%ce%b4%ce%b5%ce%bd-%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%81%ce%b5%ce%af-%ce%bd%ce%b1-%ce%b1%ce%bb%ce%bb%ce%ac%ce%be%ce%b5%ce%b9-%cf%84%ce%bf%ce%bd0
Τόσο η φιλοσοφία όσο και ο φιλόσοφος βρίσκονται εντός του χρόνου, εντός της ιστορικής συγκυρίας, χωρίς να περιορίζονται από αυτήν.