ΒΙΒΛΙΟ

Τα κράτη στη δίνη του αυταρχισμού

Ακτινογραφία του φαινομένου που απειλεί την ανθρωπότητα

Τα κράτη στη δίνη του αυταρχισμού

GIDEON RACHMAN
The Age of the Strong-Man
εκδ. BH Vintage, 2022, σελ. 288

Ο αυταρχισμός έχει γίνει κεντρικό στοιχείο της παγκόσμιας πολιτικής σκηνής τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Αρχέτυπο θεωρείται ο Βλαντιμίρ Πούτιν που εξελέγη πρόεδρος το 2000, για να ακολουθήσει ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν που ανήλθε στην εξουσία το 2003. Σήμερα αυταρχικοί ηγέτες με διάφορες παραλλαγές κυβερνούν στη Μόσχα, στο Πεκίνο, στο Νέο Δελχί, στην Αγκυρα, στην Μπραζίλια, στη Βουδαπέστη, στη Βαρσοβία, στην Αντίς Αμπέμπα, στη Μανίλα, στο Ριάντ και αλλού. Εθνικολαϊκιστές και κοινωνικά συντηρητικοί έως οπισθοδρομικοί, εχθρικοί στην παγκοσμιοποίηση, στον φιλελευθερισμό και στους διεθνείς κανόνες, αυτόκλητοι προστάτες του απλού πολίτη από τις «διεφθαρμένες ελίτ και το βαθύ κράτος», επιδεικνύουν ελάχιστη ανοχή στις μειονότητες, στους μετανάστες, στα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και στη δικαιοσύνη. Αυτό είναι το μήνυμα που διαπερνά το νέο βιβλίο του Γκίντεον Ράχμαν, κορυφαίου διπλωματικού αρθρογράφου των Financial Times, καθώς επιχειρεί να απαντήσει στα ερωτήματα για το πώς προέκυψε το φαινόμενο του αυταρχισμού στον 21ο αιώνα, πόσο επικίνδυνο είναι, πόσο πιθανώς θα διαρκέσει και πώς μπορεί να εξουδετερωθεί.

Τα κράτη στη δίνη του αυταρχισμού-1

Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι οι απολυταρχικοί ηγέτες μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά, περιφρονούν το κράτος δικαίου, νοθεύουν εκλογές ή αμφισβητούν το εκλογικό αποτέλεσμα για να κρατηθούν πάση θυσία στην εξουσία, δηλώνουν αποφασισμένοι να προστατεύσουν το έθνος τους, που είναι περικυκλωμένο από εχθρούς εντός και εκτός των συνόρων. Ελέγχουν τα μέσα ενημέρωσης και χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όταν δεν τα λογοκρίνουν, για να διασπείρουν παραπληροφόρηση, μισαλλοδοξία και θεωρίες συνωμοσίας, όπως τον κίνδυνο «της μεγάλης αντικατάστασης» της (λευκής) πλειοψηφίας από «εισβολείς». Χρησιμοποιούν καταπίεση στο εσωτερικό, που φτάνει μέχρι και τη φυσική εξόντωση των αντιπάλων τους, και καταφεύγουν στον αναθεωρητισμό, επεκτατισμό και πολεμικό τυχοδιωκτισμό στο εξωτερικό.

Με αυτοκριτική διάθεση επισημαίνει ότι αφέλεια και ευσεβείς πόθοι ώθησαν δυτικούς σχολιαστές να τους υποδεχθούν αρχικά ως μεταρρυθμιστές, για να ανακαλύψουν στην πορεία ότι υπονόμευαν συστηματικά το φιλελεύθερο σύστημα μέσα από το οποίο αρκετοί από αυτούς αναδείχθηκαν. Ο Πούτιν θα σταθεροποιούσε την παραπαίουσα δημοκρατία στη Ρωσία στη μετά Γέλτσιν εποχή, ο Ερντογάν θα συμφιλίωνε το Ισλάμ με τη δημοκρατία, ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν θα έσπρωχνε τη σαουδική μοναρχία στον 21ο αιώνα, ο Αμπιι Αχμέτ θα έφερνε την ειρήνη μεταξύ Αιθιοπίας και Ερυθραίας, κερδίζοντας μάλιστα και το Νομπέλ Ειρήνης το 2019.

Οι ίδιες ψευδαισθήσεις επαναλήφθηκαν με τον Σι Τζινπίνγκ στην Κίνα, τον Ναρέντρα Μόντι στην Ινδία και τον Βίκτορ Ορμπαν στην Ουγγαρία, που έγινε ο ήρωας της Ακροδεξιάς κραδαίνοντας το φόβητρο των μουσουλμάνων προσφύγων το 2015. Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ το 2016 ενίσχυσε και νομιμοποίησε το αυταρχικό στυλ εξουσίας παγκοσμίως, καθώς η ρητορική και τακτική του βρήκε μιμητές στον Ζαΐρ Μπολσονάρο, στον Μπέντζαμιν Νετανιάχου και στον Μπόρις Τζόνσον (εκστρατεία Brexit).

Η αποτυχία της Δύσης να διαγνώσει εγκαίρως την απειλή αποδίδεται στην υπέρμετρη αυτοπεποίθηση για την κατίσχυση των φιλελεύθερων πολιτικών με τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου.

Ο Ράχμαν αποδίδει την αποτυχία της Δύσης να διαγνώσει εγκαίρως την απειλή του αυταρχισμού στην υπέρμετρη αυτοπεποίθηση για την κατίσχυση των φιλελεύθερων πολιτικών και οικονομικών ιδεών με τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου το 1989. Αυτή η αυταρέσκεια διήρκεσε μέχρι το 2008, όταν η χρηματοπιστωτική κρίση αποκάλυψε τις υπερβολές του κυρίαρχου οικονομικού μοντέλου. Οταν στο οικονομικό αδιέξοδο προστέθηκαν οι φόβοι για διάβρωση της εθνικής και πολιτισμικής ταυτότητας, έγινε προσφορότερο το έδαφος για τους επίδοξους σωτήρες, που υπόσχονται «να γυρίσουν το ρολόι πίσω στις παλιές καλές μέρες».

Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι την τελευταία εικοσαετία βιώνουμε την πιο αδιάπτωτη επίθεση κατά των αξιών της φιλελεύθερης δημοκρατίας από τη δεκαετία του 1930. Διερωτάται αν η εκλογή Μπάιντεν το 2020 θα μπορέσει να ανατρέψει αυτή την τάση, καθώς έχει θέσει ως προτεραιότητα της πολιτικής του την επικράτηση της δημοκρατίας επί του αυταρχισμού. «Για να αποκαταστήσει όμως το κύρος της αμερικανικής φιλελεύθερης δημοκρατίας και να την υπερασπισθεί στο εξωτερικό, θα πρέπει να την προστατεύσει στο εσωτερικό», όπου κινδύνευσε να καταλυθεί με την κατάληψη του Καπιτωλίου την 6/1/2021 από όχλο οπαδών του Τραμπ.

Η Ιστορία είναι περισσότερο κυκλική παρά ευθύγραμμη, γράφει ο Ράχμαν. Πολιτικές τάσεις έρχονται και παρέρχονται και η εμπειρία του παρελθόντος υποδεικνύει ότι ο κύκλος του αυταρχισμού μπορεί να διαρκέσει περίπου μια τριακονταετία, όσο δηλαδή η «λαμπρή τριακονταετία» 1945-1975 με την ισχυρή οικονομική ανάπτυξη και την εδραίωση του κοινωνικού κράτους, ή η νεοφιλελεύθερη τριακονταετία 1979-2008 με την ιδεολογική επικράτηση των Θάτσερ – Ρέιγκαν μέχρι την ανατροπή της χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Ο πόλεμος των ιδεών

Ο συγγραφέας επισημαίνει τη σημασία να κερδηθεί ο πόλεμος των ιδεών για την υπεράσπιση των αξιών του φιλελευθερισμού με επαγρύπνηση και ταπεινοφροσύνη, σε μια εποχή που είναι απαραίτητη η διεθνής συνεργασία για την αντιμετώπιση κρίσιμων παγκοσμίων προβλημάτων. Καταλήγοντας αισιοδοξεί ότι ο αυταρχισμός, ως εγγενώς ελαττωματικό σύστημα, θα καταρρεύσει, αλλά με μεγάλο κόστος και αναστάτωση. Δεκαετίες στην εξουσία οδηγούν σε μεγαλομανία και παράνοια. Η πτώση θα επέλθει όταν αποδειχθεί η ανικανότητα στη διαχείριση κρίσεων στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, όπως φαίνεται τελευταία στις περιπτώσεις Πούτιν και Ερντογάν.

* Ο κ. Αχιλλέας Παπαρσένος υπηρέτησε στην ελληνική πρεσβεία της Ουάσιγκτον ως προϊστάμενος του γραφείου Τύπου και Επικοινωνίας.