ΒΙΒΛΙΟ

Ατέλειωτη παρέλαση καθαρμάτων

Μία από τις τρεις εκδοχές ενός χοντροκομμένου μυθιστορήματος, το οποίο ο Οργουελ χαρακτήριζε «βόθρο»

Ατέλειωτη παρέλαση καθαρμάτων

JAMES HADLEY CHASE
Oχι ορχιδέες για τη μις Μπλάντις
μετάφραση – επίµετρο: Ανδρέας Αποστολίδης
σελ. 344, εκδ. Αγρα, 2021

O Τσέις τρυπώνει σε όσες γωνιές κουβαλά ένας άνθρωπος· φωτεινές, σκονισμένες, σκοτεινές. Ταυτόχρονα, τις αποδέχεται.

Ο Τζέιμς Χάντλι Τσέις έγραψε το μυθιστόρημα «Οχι ορχιδέες για τη μις Μπλάντις» σε έξι Σαββατοκύριακα κι εγώ το διάβασα σ’ ένα. Αν και αυτό δεν είναι αλήθεια. Ούτε ο Τσέις το έγραψε τόσο γρήγορα ούτε εγώ είμαι τόσο ταχύς αναγνώστης. Στην πραγματικότητα ο Αγγλος συγγραφέας το διόρθωσε ξανά, είκοσι χρόνια μετά την πρώτη του κυκλοφορία, σβήνοντας κομμάτια του κειμένου που είχαν ήδη βγάλει ρυτίδες. Ετσι, υπάρχουν τρεις εκδοχές –του ’39, του ’61 και μια μείξη των δύο–, σύμφωνα με το επίμετρο του μεταφραστή Ανδρέα Αποστολίδη που έχει τη σχολαστικότητα ενός λογιστή ο οποίος αντιπαραβάλλει νούμερα, αναζητώντας εκείνη την ανεπαίσθητη διαφορά που θα τον οδηγήσει στο μυστικό. Τα νούμερα ευτυχώς δεν βγαίνουν. Ποτέ. Κι έτσι αφήνουν τα βιβλία να διαρρέουν.

Η ιστορία είναι αφελής. Κάτι ασήμαντοι απατεώνες απάγουν την κόρη ενός εκατομμυριούχου. Μια πιο ικανή συμμορία αρπάζει την κοπέλα μέσα από τα χέρια τους. Τη φυλακίζουν. Την υπνωτίζουν με ναρκωτικά. Αρχηγός της συμμορίας είναι μια τεράστια γυναίκα που έχει γεννήσει έναν λιγνό άντρα. Ο γιος της, ο Σλιμ –όνομα και πράγμα–, ερωτεύεται τη μις Μπλάντις. Ιδού λοιπόν το σχέδιο του μυθιστορήματος, το κόλπο. Πώς μπορείς να γράψεις ένα χοντροκομμένο βιβλίο μ’ έναν λεπτό, απλό και κατανοητό τρόπο; Ενα κείμενο που θα μπορούσε να διαβάσει ακόμα κι ένα παιδί όπως αφοσιώνεται σ’ ένα παραμύθι λίγο προτού κοιμηθεί – παρόλο που δεν θα το πρότεινα. Οχι επειδή η βία της πλοκής είναι ανεξέλεγκτη. Μα για τον ακριβώς αντίθετο λόγο. Επειδή φαντάζει πλέον τετριμμένη, αδιάφορη. Καθόλου ανατριχιαστική. Στην περίπτωση που ένα παιδί ή ένας έφηβος ερχόταν σ’ επαφή με τις «Ορχιδέες», ένα κενό θα άνοιγε μέσα του καθώς θα συνειδητοποιούσε την ελαστικότητα της αντοχής του στη σκληρότητα. Σαν πρώτο σημάδι της ενήλικης απάθειας.

Ατέλειωτη παρέλαση καθαρμάτων-1

Θα είχε ενδιαφέρον να δει κανείς την κινηματογραφική διασκευή του ’48. Η ταινία είναι ανυπόφορη. Σκέτη αποτυχία. Ο Σλιμ δεν είναι αρκετά αδύνατος. Η μητέρα του δεν είναι αληθινά τρομακτική. Οι αστυνομικοί δεν είναι επαρκώς διεφθαρμένοι. Η Μπλάντις δεν είναι τόσο όμορφη. Κανένα πλάνο δεν αξίζει αφού καμιά λήψη δεν είναι ξερή και εύστοχη όπως ένας πυροβολισμός. Οπως η πρόζα του Τσέις. Οταν δεν υπάρχει ύφος, δεν υπάρχει ιστορία. Δεν υπάρχει τίποτα. Ακόμη κι αν αρνούμαστε να το παραδεχτούμε, το ύφος είναι συχνά το θέμα: το βλέμμα. Τελικά, το μοναδικό προτέρημα των φιλμ που διασκευάζουν διεκπεραιωτικά σημαντικά βιβλία –λες και υπνοβατούν μέσα σε μια παράλογη υποχρέωση– είναι πως έχουν τη λειτουργία ενός συμπυκνωμένου μαθήματος λογοτεχνίας. Μαθαίνεις πως ένα λαμπρό γραπτό είναι ακαταμάχητο. Πως οι λέξεις του είναι τόσο ευρύχωρες που επιτρέπουν να προβληθεί μια ξεχωριστή ταινία στο κεφάλι του κάθε αναγνώστη. Πόσες φορές έχει προκύψει από ένα καλό βιβλίο, μια ταινία της προκοπής; Σχεδόν ποτέ. Οι λέξεις δεν δίνουν ολόκληρη την εικόνα. Δίνουν τη σκαλωσιά της εικόνας. Η λογοτεχνία εξακολουθεί να είναι πιο τολμηρή από το σινεμά.

Ο Τζορτζ Οργουελ έβρισκε το μυθιστόρημα ηθικά διφορούμενο. Κι επομένως, επικίνδυνο: «Σε όλο το βιβλίο υπονοείται ότι το να είσαι εγκληματίας είναι αξιόμεμπτο μόνο και μόνο επειδή δεν συμφέρει. Το να είσαι αστυνομικός συμφέρει περισσότερο, αλλά ηθική διαφορά δεν υπάρχει αφού η αστυνομία χρησιμοποιεί συνήθως εγκληματικές μεθόδους». Είναι πράγματι επικίνδυνο. Μα η αιτία είναι διαφορετική: ο Τσέις τρυπώνει σε όσες γωνιές κουβαλά ένας άνθρωπος· φωτεινές, σκονισμένες, σκοτεινές. Ταυτόχρονα, τις αποδέχεται. Οι ήρωές του δεν είναι τίποτα άλλο από απελπισμένα ρεμάλια που τρέμουν μήπως βγει από τα σπλάχνα τους καμιά αχτίδα αγάπης και τους ξεχαρβαλώσει. Η απόλαυση ενός χαρισματικού κειμένου έγκειται στην ελευθερία των επιλογών που προσφέρει στον αναγνώστη. Κι εμείς έχουμε δικαίωμα να βουτήξουμε στο «βόθρο», όπως γράφει ενοχλημένος ο Οργουελ, να συμπαθήσουμε, ν’ αντιπαθήσουμε ή ν’ αγνοήσουμε τούτη την παρέλαση καθαρμάτων και εντέλει ν’ αποφασίσουμε αν προτιμάμε να επιστρέψουμε λερωμένοι στην επιφάνεια. Ποιος θέλει η λογοτεχνία να αστράφτει από καθαριότητα, διδακτισμό και ανία; Κανείς ελπίζω.

Ξεφυλλίζω μια παλιά ελληνική κυκλοφορία του μυθιστορήματος από τις εκδόσεις Λυχνάρι. Η μετάφραση είναι άτσαλη. Το χαρτί, φτηνό. Το εξώφυλλο έχει το κίτρινο χρώμα του κακού. Θα έλεγε κανείς πως είναι η ιδανική έκδοση. Προσπαθείς να διαβάσεις τα μικρά στριμωγμένα γράμματα, σαν εκατοντάδες σφαίρες σφηνωμένες σε κάθε σελίδα, και όταν τελειώσεις την ανάγνωση, την πετάς στα σκουπίδια και συνεχίζεις τη ζωή σου.

Κάπου στη μέση της ιστορίας, ο Σλιμ κάνει ένα δώρο στην Μπλάντις. Η κοπέλα δεν συγκινείται. Ο Σλιμ θυμώνει. «Η Μις Μπλάντις παρέμεινε ακίνητη με τα μάτια κλειστά. Μπορεί και να ήταν νεκρή», μεταφράζει ο Αποστολίδης. Πιάνω την έκδοση του ’75: «Η Μις Μπλάντις έμεινε εντελώς ακίνητη, με τα μάτια κλειστά. Hταν σαν πτώμα». Μερικές φορές μια λιγότερο δουλεμένη μετάφραση έχει την τύχη να βρίσκει τον στόχο πιο εύκολα. Κάθε μετάφραση είναι μια νέα εκδοχή του κειμένου. Μόνο ο βούρκος δεν έχει εκδοχές.