ΒΙΒΛΙΟ

«Εκρηξη» της μνήμης με 114 ιστορίες

ekrixi-tis-mnimis-me-114-istories-2088838

«Ενα άνετο σαλόνι στα προάστια του Τορόντο, μια σκιερή αυλή σε κάποιο ελληνικό χωριό, ένα απρόσωπα επιπλωμένο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου στη Βουδαπέστη, μια μικρή κουζίνα ενός διαμερίσματος στα Σκόπια και μια κομψή αίθουσα συνεδριάσεων στο πανεπιστήμιο Πρίνστον. Αυτά είναι κάποια από τα μέρη όπου πραγματοποιήσαμε την έρευνα πεδίου στην οποία βασίζεται αυτό το βιβλίο».

Το βιβλίο, στο οποίο αναφέρεται το απόσπασμα, ονομάζεται «Τα παιδιά του ελληνικού Εμφυλίου. Πρόσφυγες και πολιτική της μνήμης», των Ρίκι βαν Μπούσχοτεν (Riki van Boeschoten) και Λόρινγκ Ντάνφορθ (Loring M. Danforth), και κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Αλεξάνδρεια». Πρόκειται για το πρώτο ακαδημαϊκό έργο που εξετάζει αφηγήσεις από τη ζωή των προσφυγόπουλων του ελληνικού Εμφυλίου, και αποτελεί προϊόν μιας μεγάλης έρευνας που διεξήγαν οι συγγραφείς του, ανθρωπολόγοι και οι δύο, με πλούσιο συγγραφικό έργο.

Συνεντεύξεις

Στη διάρκεια των πολλών χρόνων της προετοιμασίας, οι δύο επιστήμονες πήραν συνεντεύξεις από 114 προσφυγόπουλα που έφυγαν από τα χωριά τους, στο πλαίσιο των οργανωμένων προγραμμάτων εκκένωσης του ΚΚΕ και της ελληνικής κυβέρνησης μεταξύ 1947 και 1948. Σύμφωνα με τα στοιχεία τους, 20.000 παιδιά ελληνικής και μακεδονικής καταγωγής, από 3 έως 14 ετών, οδηγήθηκαν τότε από τη βόρεια Ελλάδα στην ανατολική Ευρώπη από το ΚΚΕ. Παράλληλα η ελληνική κυβέρνηση, με μια εκστρατεία της οποίας επικεφαλής ήταν η βασίλισσα Φρειδερίκη, έθεσε σε κίνηση τη διαδικασία εγκατάστασης 18.000 παιδιών από την ίδια περιοχή σε οικοτροφεία, τις λεγόμενες «παιδοπόλεις». Οπως οι ίδιοι οι συγγραφείς σημειώνουν, κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια να συνομιλήσουν με ανθρώπους που θα είχαν όσο το δυνατόν πιο διαφορετικές οπτικές γωνίες και εμπειρίες.

Εστιάζοντας στην αλληλεπίδραση ανάμεσα στην «Ιστορία» και τις «ιστορίες», ήλπιζαν να συμβάλουν σε μια νέα κατανόηση της Ιστορίας του ελληνικού Εμφυλίου, δείχνοντας παράλληλα πώς οι «ιστορίες» σε πρώτο πρόσωπο, δηλαδή οι προσωπικές βιωματικές αναμνήσεις, μπορεί πράγματι να υπονομεύσουν και να περιπλέξουν τις βεβαιότητες της «Ιστορίας».

Ο πόλεμος της μνήμης

Οι λέξεις-κλειδιά, που εξηγούν τις αντιδράσεις πριν από την έκδοση του συγκεκριμένου βιβλίου στα αγγλικά (προηγήθηκε της ελληνικής έκδοσης), είναι «περιπλέξουν» και «βεβαιότητες» σε ένα θέμα όπως ο Εμφύλιος, και δη η μεταφορά των παιδιών από τη βόρεια Ελλάδα. Αμέσως μετά την ανακοίνωση ενός σεμιναρίου με τίτλο «Παιδιά-πρόσφυγες του ελληνικού Εμφυλίου στην ανατολική Ευρώπη: εκτοπισμός, μνήμη και εθνική τάξη πραγμάτων», που διοργανώθηκε το 2005 στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον από το Πρόγραμμα Ελληνικών Σπουδών με διαλέξεις των δύο συγγραφέων, άρχισε ένας καταιγισμός οργισμένων τηλεφωνημάτων και ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Ο διευθυντής του Προγράμματος Ελληνικών Σπουδών του πανεπιστημίου κατηγορήθηκε τότε για «ανθελληνισμό» και «προδοσία».

Μολονότι η Ρίκι βαν Μπούσχοτεν δεν θα μπορούσε να ονομαστεί «ξένη», καθώς είναι εγκατεστημένη εδώ και χρόνια στον Βόλο, διδάσκει Κοινωνική Ανθρωπολογία και Προφορική Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, έχει μελετήσει τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία, έχει γράψει για αυτήν, και βεβαίως μιλά θαυμάσια ελληνικά, η ολλανδική καταγωγή της παραμένει γεγονός.

Ξεκινώντας αυτή τη συνέντευξη αναρωτηθήκαμε πώς κρίνει το γεγονός ότι ένα ακαδημαϊκό βιβλίο όπως αυτό, που προσεγγίζει τον Εμφύλιο «από κάτω», δηλαδή από τις εμπειρίες των ανθρώπων, άργησε τόσο να γίνει, και τελικά δεν γράφτηκε από Ελληνες. «Ισως δεν είναι σύμπτωση επίσης ότι το πρώτο βιβλίο με προφορικές μαρτυρίες και μεγάλη έρευνα, που δίνει μια πολύ καλή εικόνα του ισπανικού εμφυλίου, έγινε από έναν Αγγλο ιστορικό, τον Ρόναλντ Φρέιζερ (Ronald Frazer, The Blood of Spain)», μας είπε. «Ισως τελικά να χρειάζεται μια απόσταση για να μπει κανείς πιο βαθιά».

– Σας προξενεί εντύπωση ότι το θέμα του βιβλίου σας προκάλεσε τόσο έντονες αντιδράσεις;

– Γενικά, ο Εμφύλιος ήταν θέμα ταμπού για την ελληνική κοινωνία και έπρεπε ίσως να «φύγει» ένα μεγάλο μέρος της γενιάς των ανθρώπων που τον έζησαν ως ενήλικοι για να ανοίξει το πεδίο. Είναι λογικό αυτό. Υπήρξε μια τραυματική εμπειρία, και το δύσκολο παρελθόν δεν μπορεί να γίνει αμέσως αντικείμενο δημόσιας συζήτησης. Τότε η σιωπή πρέπει να γίνεται σεβαστή. Στην πορεία των χρόνων όμως, και των γεγονότων, υπήρξαν πρόσωπα και ομάδες που ήθελαν να μιλήσουν. Συνεπώς, ήταν αναγκαίο να ανοίξει πάλι αυτό το κεφάλαιο. Αν μια ολόκληρη κοινωνία καταδικάζει στη λήθη μια περίοδο που την έχει διχάσει, αυτό δεν μπορεί παρά να επιστρέψει σαν μπούμερανγκ εναντίον της, όπως δείχνει η ιστορική εμπειρία, με πιο πρόσφατο παράδειγμα τον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας.

Επιπλέον, στην πορεία της έρευνας έγινε προφανές ότι το συγκεκριμένο επεισόδιο, η απομάκρυνση των παιδιών, υπήρξε ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας.

– Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τα συγκεκριμένα παιδιά, και μάλιστα αντιμετωπίζοντάς τα ως μια κοινή ομάδα, υπό το πρίσμα του εκτοπισμού που βίωσαν εντός ή εκτός Ελλάδας;

– Εκείνο που μας παρότρυνε να κάνουμε αυτή την έρευνα ήταν ότι τα παιδιά που απομακρύνθηκαν τότε από τα σπίτια τους με τα προγράμματα εκκένωσης, υπήρξαν το κεντρικό θέμα της προπαγάνδας και των δύο πλευρών, της τότε ελληνικής κυβέρνησης και του ΚΚΕ. Ολοι μιλούσαν γι’ αυτά σαν να ήταν θύματα, ο καθένας από τη σκοπιά του. Αλλά τα ίδια δεν είχαν ποτέ ερωτηθεί για τις εμπειρίες τους. Ωστόσο, δεν ξεκινήσαμε με σκοπό να αντιμετωπίσουμε τις δυο ομάδες από κοινού. Στην πορεία ανακαλύψαμε πόσα κοινά σημεία είχαν οι εμπειρίες μεταξύ τους, παρότι το ιδεολογικό και θεσμικό πλαίσιο ήταν τελείως διαφορετικό. Αυτό μας επέτρεψε να κάνουμε συγκρίσεις, διαπιστώνοντας διαφορές και ομοιότητες. Μετατοπίζοντας τον φακό, υιοθετώντας μια ευρύτερη προσέγγιση μακριά από την εθνικιστική, κομμουνιστική ή αντικομμουνιστική ιδεολογία, εστιάζουμε στην έννοια του πρόσφυγα. Ο προβληματισμός μας κάτι μπορεί, επίσης, να προσφέρει στη σύγχρονη εμπειρία της προσφυγιάς που αντιμετωπίζει η Ευρώπη.

Ιστορία και ιστορίες

– Τι προσφέρουν κατά τη γνώμη σας οι ιστορίες, που καλύπτουν το δεύτερο μέρος του βιβλίου σας, στην Ιστορία;

– Ολο το μεσαίο κομμάτι του βιβλίου περιλαμβάνει τις αφηγήσεις των προσφυγόπουλων, δηλαδή επεξεργασμένες συνεντεύξεις που μπορούν να διαβαστούν άνετα και επιλέχτηκαν έτσι ώστε να δίνουν μια εικόνα της ποικιλίας των εμπειριών τους. Σε σχέση με τα ιστορικά στοιχεία που υπάρχουν στο πρώτο κομμάτι, δίνουν το κλίμα της εποχής μέσω του λόγου των ανθρώπων. Αυτές οι μαρτυρίες βοηθούν να αποδομήσουμε τα ηγεμονικά αφηγήματα που υπάρχουν στην επίσημη ιστορία ή στην προπαγάνδα. Γιατί η πραγματική ζωή είναι πάντοτε πιο περίπλοκη από τα ιδεολογήματα.

– Αυτό όμως συχνά δεν είναι ανεκτό. Γιατί είναι τόσο δύσκολο να υπερβούμε τους εθνικούς μας μύθους;

– Αυτό αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό όλων των εθνικών κρατών. Διαβάζουν το παρελθόν με βάση το παρόν, ενίοτε το κατασκευάζουν κιόλας με πιο ωμό ή πιο λεπτό τρόπο, και το ερμηνεύουν. Η κάθε εποχή δημιουργεί λοιπόν τους μύθους της και δουλειά του ιστορικού είναι να τους αναγνωρίσει, να τους μελετήσει, να τους αποδομήσει. Δύσκολο εγχείρημα, επειδή όλοι θέλουν να τους διατηρήσουν, ώστε να νιώθουν πιο ασφαλείς. Αλλά δεν είναι καλός οδηγός για το μέλλον.

– Στο βιβλίο σας αναφέρεστε σε μια έξαρση στη μελέτη της μνήμης, στο γεγονός δηλαδή ότι οι σύγχρονες κοινωνίες είναι προσανατολισμένες στην αναζήτηση, την τεκμηρίωση και την επεξεργασία της μνήμης. Γιατί συμβαίνει αυτό;

– Η έκρηξη της μνήμης που αναφέρω είναι μια φράση του μεγάλου Γάλλου ιστορικού Πιερ Νορά (Pierre Nora). Υποστηρίζει λοιπόν ότι, σε αντίθεση με το παρελθόν που οι άνθρωποι μιλούσαν μεταξύ τους και έλεγαν ιστορίες –σκόρπια θραύσματα μνήμης–, σήμερα η ζωντανή μνήμη δεν μεταβιβάζεται μέσα από τις οικογένειες, από γενιά σε γενιά. Αρα ασχολούμαστε τόσο με τη μνήμη επειδή το έχουμε ανάγκη σε μια εποχή με εξαιρετικά αβέβαιο μέλλον, σε μια εποχή που το έδαφος είναι τόσο ασταθές κάτω από τα πόδια μας.

Η εκπλήρωση ενός όρκου

Το βιβλίο τελειώνει με το απόσπασμα μιας μαρτυρίας από την ενότητα «Ιστορίες»: «Από το 1942 μέχρι το 1992 έβλεπα ένα όνειρο ότι τάχα περνούσα από εκείνο το σημείο, από τη βρύση, και εκεί που πήγαινα να πλησιάσω και να πιω νερό, αμέσως ξυπνούσα. Το 1992 βρέθηκα πάλι στο σημείο αυτό. Θυμήθηκα αμέσως την παλιά ιστορία με τον νεκρό, τη φωτογραφία και το μοιρολόγι. Από τότε έπαυσε πλέον να με ακολουθεί το όραμα. Και έχω κάνει τάμα να κάνω μια δοξολογία, σε εκείνο το σημείο, υπέρ των ψυχών, όσων χάθηκαν στον Εμφύλιο και από τις δύο μεριές».

Ο Κώστας Δήμου, που γεννήθηκε το 1940 στη Βωβούσα, στην Ηπειρο, εκπλήρωσε τελικά τον όρκο του το 2009, αναφέρουν οι συγγραφείς του βιβλίου.