ΒΙΒΛΙΟ

Προφητική «υποταγή» σ’ έναν κόσμο ζοφερό…

profitiki-ypotagi-s-enan-kosmo-zofero-amp-8230-2112010

ΥΠΟΤΑΓΗ
Μισέλ Ουελμπέκ
μτφρ. Λίνα Σιπητάνου
εκδ. Εστία

Είχα φτάσει στη σελίδα 206 της «Υποταγής», τη νύχτα που συνέβησαν τα γεγονότα της 13ης Νοεμβρίου στο Παρίσι. Εκεί κάπου η ανάγνωση πάγωσε, και όταν τελικά αποφάσισα να συνεχίσω το διάβασμα, είχα πλέον την αίσθηση πως διάβαζα ένα τελείως διαφορετικό βιβλίο (κι αυτό μάλλον θα συνέβαινε μ’ οποιοδήποτε βιβλίο, για να είμαι ειλικρινής).

Αρχικά λοιπόν ήθελα να ξεκινήσω κάπως έτσι: «Οσο για τον Ουελμπέκ, τι άλλο να πει κανείς; Είναι συγκαιρινός μας, βαδίζουμε παρέα και, επομένως, είναι δύσκολο να αξιολογήσουμε τα βιβλία του, γιατί καθώς προχωράει η ανάγνωση, κάθε μυθιστόρημά του μεγαλώνει ταυτόχρονα μ’ εμάς, και πιθανότατα γερνάει μαζί μας».

Βασικά, ήθελα να γράψω για τη ζήλια και τον φόβο που νιώθω όταν διαβάζω τα βιβλία του, επειδή ο Ουελμπέκ είναι τόσο καλά στερεωμένος στο «σήμερα», τόσο επίκαιρος, μόνο που το «σήμερα» και η επικαιρότητα είναι πρόθυμα να τον κονιορτοποιήσουν από στιγμή σε στιγμή. Δυστυχώς, η ζήλια μου ξεθύμανε γιατί συνέβη ακριβώς αυτό που φοβόμουν: τα γεγονότα ξεπέρασαν το νέο του μυθιστόρημα και το έκαναν να γεράσει πριν την ώρα του.

Επιμένω να συνδέω δύο διαφορετικά γεγονότα, την επίθεση στο Παρίσι (την πραγματική ζωή) με την κυκλοφορία ενός βιβλίου (τη φανταστική ζωή), και αυτό δεν το κάνω επειδή ο Ουελμπέκ είχε γράψει στην «Πλατφόρμα» (2001) μερικές χοντροκομμένες αράδες για το Ισλάμ –ας ανατρέξει κανείς στις σελίδες 235-237 της ελληνικής έκδοσης προκειμένου να το διαπιστώσει–, ούτε επειδή στο κέντρο της πλοκής της «Υποταγής» βρίσκεται η απρόσμενη εκλογή του μετριοπαθούς μουσουλμάνου Μοχάμεντ Μπεν Αμπές στην προεδρία της Γαλλίας, στο εγγύς μέλλον, αλλά επειδή ο Ουελμπέκ είναι εξαιρετικά κοντά στην πραγματικότητα, είναι ένας ρεαλιστής συγγραφέας, και όταν λέω ρεαλιστής, εννοώ ωμός.

Διαβάζοντας, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, το «Χάρτη και την επικράτεια» (2010) –το προηγούμενο μυθιστόρημα του Ουελμπέκ– και, ακολούθως, την «Υποταγή», κατάλαβα πως αυτό που είναι ενοχλητικό, δεν είναι το ανακάτεμα –ακόμα και στην ίδια σελίδα– της πολιτικής, του σεξ, της τέχνης και της τεχνολογίας, αλλά η διαύγεια. Σιγά σιγά κατάλαβα πως η απλή περιγραφή ενός δειλινού στον κήπο του Λουξεμβούργου («Χάρτης», σελ. 92) σε διαπερνάει ολόκληρο, επειδή περιγράφεται με την ίδια ωμότητα που περιγράφεται μια σκηνή σεξ, δηλαδή με την ίδια κρυστάλλινη καθαρότητα, λες και παρακολουθεί κάποιος από πολύ κοντά κάθε σπιθαμή του δέρματός του, κάθε σπιθαμή καθημερινότητας, τη δερματοπάθειά του. Και αυτό νομίζω πως δίνει απόλαυση στον αναγνώστη, τον σαγηνεύει και τον κολακεύει –τουλάχιστον τη δική μας φουρνιά ανθρωπότητας–, γιατί κάπου εκεί μέσα μπορεί κανείς να βρει τον ιδιωτικό του εαυτό, μία ή περισσότερες πλευρές του, μέσα σ’ ό,τι ονομάζουμε ζωή, που είναι ένα γλίστρημα πάνω σε μια λίμνη, από τη μία άκρη της ώς την άλλη, πριν από το τελικό βύθισμα, ίσως σκέφτεται ο Ουελμπέκ.

Συμπτωματικά, έπεσα πρόσφατα πάνω σ’ ένα από τα πρώτα Collectanea (2009) του Λορεντζάτου, στον αριθμό 84. Για τον Λορεντζάτο, όσοι συγγραφείς θεωρούνται πως εκφράζουν την εποχή τους, είναι αμφιβόλου ποιότητος: «Την καλύτερη, αντίθετα, λογοτεχνία την κάνουν όσοι νομίζομε πως βρίσκονται σήμερα στο περιθώριο της εποχής και δεν εκφράζουν το πνεύμα της, το Zeitgeist. Από αυτούς αργότερα κρίνονται και οι εποχές, τους αθόρυβους, όταν το Zeitgeist δε θα το θυμάται πια κανένας».

Αλλόκοτη δύναμη

Φαντάζομαι πως για τον Λορεντζάτο η προσκόλληση στο παρόν είναι ένα είδος συνθηκολόγησης, υποταγής, λογοτεχνικής υποταγής, που σημαίνει πως ο συγγραφέας ο οποίος δεν έχει καθόλου αγκίστρια που να τον κρατάνε στο άχρονο, είναι καταδικασμένος, αν και πιστεύω πως η περίπτωση του συγγραφέα που είναι αποσυνδεδεμένος από την εποχή του, είναι εξίσου προβληματική, και, ίσως, ένας συγγραφέας που ζει στην εποχή του με όλες τις δυνάμεις του, και, συγχρόνως, τρέφεται από ένα λογοτεχνικό ντεκαλάζ, μια διαφορά φάσης δηλαδή, σαν να γράφει λίγο πριν ή λίγο μετά απ’ την εποχή του –σαν να αιωρείται–, αποκτά άμυνες, αντισώματα, διαφορετικά μπορεί να παγιδευτεί, όπως ο Ουελμπέκ, που ο πυρήνας κάθε βιβλίου του μοιάζει να είναι ευάλωτος, έτοιμος να μεταβληθεί από τα συμβάντα, με αποτέλεσμα να ενισχύεται ή να μαλακώνει, αναλόγως.

Γι’ αυτό, μετά τη σελίδα 206, τα επόμενα κεφάλαια άρχισαν να φυλλορροούν, η κοινωνικοπολιτική κριτική του Ουελμπέκ έχασε την αναίδειά της (ο Ουελμπέκ είναι σπουδαίος όταν είναι αναιδής, όταν αγγίζει τα όρια της χυδαιότητας) και τα κωμικά κομμάτια έπαψαν να έχουν εκείνη τη συνήθη χλευαστική οξύτητα –προκαλώντας, αυτήν τη φορά, γέλιο από γαργάλημα, και όχι δαγκωμένο γέλιο που σε βασανίζει για μέρες–, ενώ ο ήρωας, ο μεσήλικας ακαδημαϊκός Φρανσουά, έμοιαζε να είχε υποταχθεί σε κάτι πιο συγκεκριμένο: στον ζόφο της πραγματικής ζωής που βρισκόταν έξω από το βιβλίο.

Ετσι, βγαίνοντας από το μυθιστόρημα, αυτή η «αλλόκοτη δύναμη της λογοτεχνίας» («Υποταγή», σελ. 70) είχε αυτόματα εξουδετερωθεί και μας είχε ξεβράσει απροστάτευτους σ’ έναν τεράστιο χώρο, διόλου ανακουφιστικό (στον βαθμό που το ανακουφιστικό είναι ιαματικό και συνάμα ορμητικό, και αντιστέκεται στο προσωρινό), ακόμη κι αν, στη μέση του χώρου, υπήρχε ένας σωρός κάτω από τον οποίο στραφτάλιζε κάτι μοναδικά δικό μας.