ΒΙΒΛΙΟ

Αυστριακοί εναντίον της Αυστρίας…

aystriakoi-enantion-tis-aystrias-amp-8230-2134426

Μετά τον Τόμας Μπέρνχαρτ, την Ελφρίντε Γέλινεκ, τον Πέτερ Χάντκε, παλαιότερα τον Αρτούρ Σνίτσλερ και, υπό μία έννοια, τον Στεφάν Τσβάιχ, ο εβραϊκής καταγωγής Ρόμπερτ Μενάσε (1954) είναι άλλος ένας πολιτικοποιημένος συγγραφέας που δεν χαρίζεται στην πατρίδα του, την Αυστρία (ούτε και στη Γερμανία).

Με ομιλίες και τοποθετήσεις, μεταξύ άλλων, και με την πρόσφατη αφορμή της ελληνικής κρίσης, έχει ταχθεί κατά της Ευρώπης των εθνικών κρατών, που απειλεί στις μέρες μας να αναβιώσει και υπέρ της υπερεθνικής Ευρώπης, όπως την οραματίσθηκαν οι πρωτεργάτες των Συνθηκών. Τα βέλη του όμως συγκεντρώνει, ιδίως, ο εθνικισμός, τον οποίο θεωρεί πηγή των μεγαλύτερων δεινών. Σήμερα, 22 Μαΐου, οι Αυστριακοί καλούνται να επιλέξουν ανάμεσα στον ακροδεξιό Χόφερ (πρώτευσε στον πρώτο γύρο με το εντυπωσιακό 35%) και τον υποστηριζόμενο από τους Πράσινους Φαν ντερ Μπέλεν, στον δεύτερο γύρο των εκλογών για το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ο Μενάσε, μαζί με πλήθος άλλων διανοουμένων, έχει πάρει δημόσια και δυναμικά θέση υπέρ του Φαν ντερ Μπέλεν.

Στο βιβλίο του «Η έξωση από την κόλαση», με το οποίο γίνεται για πρώτη φορά γνωστός στο ελληνικό κοινό, επιτίθεται με δριμύτητα στον υποκριτικά κρυμμένο ρατσισμό, τον αντισημιτισμό και το ναζιστικό παρελθόν της Αυστρίας.

Σήμερα, η «Κ», με αφορμή την πρόσφατη έκδοση της «Εξωσης από την κόλαση», καθώς και την «Πλατεία Ηρώων» του Τόμας Μπέρνχαρντ, αποπειράται μια προσέγγιση που έχει βέβαια βιβλιολογικό, κριτικό χαρακτήρα, αλλά που την ίδια στιγμή λαμβάνει υπόψη της αυτή την ιδιότυπη «σχέση στοργής» που έχουν συχνά Αυστριακοί λογοτέχνες με την πατρίδα τους υπό το φως των τελευταίων εξελίξεων στην αυστριακή πολιτική σκηνή – και, φυσικά, την άνοδο εθνικιστικών και νεοναζιστικών τάσεων σε όλη την Ευρώπη.

Αμέτοχοι άνθρωποι για να επιβιώσουν
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

Ο Τόμας Μπέρνχαρντ δεν προσπάθησε ποτέ να κρύψει την αγάπη του για την ανθρωπότητα, μπορεί να το δει κανείς στο σύνολο του έργου του. Αλλωστε, η αγάπη του για την ανθρωπότητα ήταν που τον οδήγησε να εφαρμόσει εκείνο τον μηρυκαστικό τρόπο συγγραφής, μια πλημμύρα σαρκασμού ενάντια σε όσους ταλαιπωρούν τον κόσμο με την αμβλύνοιά τους, λέξη που αναβοσβήνει εξακολουθητικά στα γραπτά του.

Πολιτικοί, αστοί, ακαδημαϊκοί, καλλιτέχνες ήταν πάντα στο στόχαστρο του συγγραφέα, ο οποίος τρεφόταν από το ίδιο χορτάρι, μηρυκάζοντας τις ίδιες λέξεις, αν και ο Μπέρνχαρντ είχε το βλέμμα του διαρκώς προσηλωμένο στα τεκταινόμενα και έβλεπε τα πράγματα τόσο καθαρά, με αποτέλεσμα η υπερβολική ευκρίνεια να τον εμποδίζει να προχωρήσει παραπέρα, όπως ακριβώς και ο καθηγητής Γιόζεφ Σούστερ, που πέφτει απ’ το παράθυρο του διαμερίσματός του κοντά στην Πλατεία Ηρώων, πενήντα χρόνια μετά τη θριαμβευτική εμφάνιση του Χίτλερ μπροστά σε χιλιάδες Αυστριακούς που πανηγυρίζουν έξαλλα την προσάρτηση της χώρας τους στη ναζιστική Γερμανία: « […] άνθρωποι σαν το θείο Ρόμπερτ/ δεν πηδούν από τα παράθυρα/ ούτε καταδιώκονται από τους Ναζί/ τον περισσότερο καιρό αγνοούν αυτά που συμβαίνουν γύρω τους/ μόνο άνθρωποι σαν τον πατέρα κινδυνεύουν/ είναι αυτοί που αδιάκοπα ακούν και βλέπουν τα πάντα […]», λέει η κόρη του Αννα, επικρίνοντας τον μετριοπαθή αδερφό του αυτόχειρα, επίσης καθηγητή.

Είναι αλήθεια πως ο Μπέρνχαρντ δεν έκανε παραπάνω από δύο βήματα, όμως ήταν δύο βήματα σταθερά, δίχως να κάνει ούτε ένα βήμα πίσω, και η «Πλατεία Ηρώων» (1988), το τελειωτικό του βήμα, δεν διέφερε σε τίποτα από τα προηγούμενα βιβλία του, όλα φτιαγμένα με εκείνες τις φράσεις που μοιάζουν με ανάσες κολυμβητή πριν πνιγεί ή ενός ορειβάτη στην κορυφή του βουνού, εκεί όπου το οξυγόνο αραιώνει επικίνδυνα.

Και είναι γεγονός πως η γραφή του διατηρεί έως τις μέρες μας αμετάβλητη την ισχύ της: η πρώτη επαφή με τα βιβλία του μπορεί να είναι καταστροφική, ακόμη και για τον πλέον υποψιασμένο αναγνώστη, επειδή το πιθανότερο είναι να τον βρει τελείως απροετοίμαστο, καθώς ο ρυθμός των κειμένων του είναι έτοιμος να ισοπεδώσει κάθε είδους αναγνωστική συνήθεια, παρόλο που ο Μπέρνχαρντ παραμένει ένας καλόκαρδος συγγραφέας, αφού μας επιτρέπει να τον αφήσουμε, να τον ξεχάσουμε για χρόνια, ακόμα και να τον λοιδορήσουμε, γιατί απλούστατα είναι αδύνατον να τον αγνοήσουμε.

Ο Κλάους Πάιμαν είχε πει: «Οπως από τις τρεις πρώτες μουσικές φράσεις αναγνωρίζει κανείς τον Μότσαρτ, έτσι αναγνωρίζει –δόξα τω Θεώ- και τον Μπέρνχαρντ». Και ο Πάιμαν, ως φρέσκος καλλιτεχνικός διευθυντής του Μπούργκτεατερ, είχε πιέσει τον Μπέρνχαρντ να γράψει ένα νέο έργο με αφορμή τα εκατόχρονα από την ίδρυση του κτιρίου στη Ρίνγκστρασσε, και ο Μπέρνχαρντ έγραψε την «Πλατεία Ηρώων», έναν μπουφονικό λίβελο για την πιο σκοτεινή όψη της Αυστρίας, και εγώ δεν μπορώ να μην φανταστώ καθώς διαβάζω το κείμενο (στο σπίτι μου, σ’ ένα καφέ, στον προθάλαμο ενός ιατρείου), τις λέξεις να πέφτουν μέσα στο Μπούργκτεατερ σαν κοτρώνες, ενώ τα γιουχαΐσματα και οι επευφημίες του κοινού διαρκούν ακόμα, φτάνουν ώς τ’ αυτιά μου, σαν τη Χέντβιχ, τη σύζυγο του αυτόχειρα Σούστερ, που συνεχίζει ν’ ακούει τις φιλοναζιστικές ιαχές του όχλου μέσα στο διαμέρισμά της, δεκαετίες αργότερα, γιατί το βούισμα του θανάτου δεν σβήνει ποτέ.

Αυτή είναι η «Πλατεία Ηρώων»: μια ζώνη όπου ό,τι ακούγεται είναι χιλιοειπωμένο, και ό,τι δεν ακούγεται είναι εκκωφαντικό, επειδή προσποιείται πως παραμένει κρυφό, ένας τόπος όπου οι άνθρωποι μένουν αμέτοχοι για να επιβιώσουν ή φτάνουν στο χείλος επειδή δεν αντέχουν να προσαρμοστούν αδιαμαρτύρητα, αλλά και η ελάχιστη απόσταση που τους χωρίζει. Εξάλλου, αυτό ήταν και το συγγραφικό πρόγραμμα του Μπέρνχαρντ. Να μιλήσει για ό,τι περιφέρεται στις σκιερές ρωγμές της ανθρωπότητας και εξακολουθεί να βλασταίνει, όχι σαν φάντασμα, αλλά σαν ένα μεγάλο σκληρό οστό που κρέμεται από πάνω μας και μας απειλεί:

«Σκέφτεσαι όπως ο θείος Ρόμπερτ/ σκέφτεσαι ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα/ τη στιγμή που τα πράγματα δεν θα μπορούσαν να είναι χειρότερα […]», λέει δηκτικά η Αννα, στην αδερφή της αυτή τη φορά.
Βλέπω τον Μπέρνχαρντ σε μια φωτογραφία, ανεβασμένο στη σκηνή του Μπούργκτεατερ, μετά την αυλαία της πρεμιέρας, να σκύβει με απλωμένα χέρια για ν’ αγκαλιάσει κάποιον θεατή, να κάνει ένα βήμα προς το μέρος του, αλλά ταυτόχρονα να μένει ακίνητος, μ’ ένα παγωμένο μειδίαμα στο πρόσωπο, γνωρίζοντας πως δεν μπορεί να προχωρήσει παραπέρα, πως τα χέρια του δεν μπορούν ν’ αγκαλιάσουν κανέναν, γιατί κανείς δεν βρίσκεται εκεί.

​​Το βιβλίο  «Πλατεία Ηρώων» του Τόμας Μπέρνχαρντ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κριτική σε μετάφραση του Βασίλη Τσαλή, σελ. 184.

Μια λογοτεχνία σε δια-ταραχή
ΚΩΣΤΑΣ
Θ. ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΣ

Δεν θα ήταν υπερβολή αν ισχυριστεί κανείς ότι η αυστριακή λογοτεχνία, ως συστατικό στοιχείο της γερμανόφωνης λογοτεχνικής ιστορίας, χαρακτηρίζεται από μια αδιάλειπτη δια-ταραχή. Ηδη, μεταπολεμικά, πρώτη η Ινγκεμποργκ Μπάχμαν θρυμματίζει με το ποίημα «Νωρίς το μεσημέρι» (Früher Mittag, 1952) την ειδυλλιακή εικόνα, τρία χρόνια πριν από την ανακήρυξη της Δεύτερης Δημοκρατίας, μιλώντας για τους «δημίους του χτες», και το 1955 επανέρχεται με το διήγημα «Ανάμεσα σε φονιάδες και τρελούς», ενώ το 1966 ο Χάντκε εισβάλλει απρόοπτα στη θεατρική σκηνή «βρίζοντας το κοινό» κι ο Τόμας Μπέρνχαρντ, επίμονα, σχεδόν εμμονικά, κυριαρχεί με την καταλυτική κριτική του «αυστριακού μοντέλου».

Οι λογοτεχνικοί «επίγονοι» του Στέφαν Τσβάιχ, του Γιόζεφ Ροτ, του Καρλ Κράους και του Λούντβιχ Βίτγκενσταϊν κουβαλούν μια «σισύφεια» γλωσσική, πνευματική και πολιτιστική κληρονομιά σε πείσμα μιας επίπλαστης ευημερίας που προβάλλει ανάμεσα στο βιεννέζικο και το αλπικό τοπίο, συνθέτοντας έναν ιδιόμορφο και άκρως αντιφατικό «αυστροκεντρισμό», γεγονός που διαφοροποιεί σημαντικά την εθνική λογοτεχνία στο σύνολο της γερμανόφωνης και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.

Η λογοτεχνική «αυστριακή ιδιοσυγκρασία» εκπροσωπείται από μια σειρά σημαντικών συγγραφέων (Πέτερ Χάντκε, Ερνστ Γιαντλ, Τόμας Μπέρνχαρντ, Ελφρίντε Γέλινεκ, Γιόζεφ Βίνκλερ, Ρόμπερτ Μενάσε κ.ά.), που βρίσκονται σε μια διαρκή αντιπαράθεση με το βεβαρημένο ιστορικό παρελθόν, με μια πατριαρχική και καθολική κοινωνία, παράλληλα με μια πεισιθάνατη (προ)διάθεση και τις εμμονές που αναβλύζουν από την αυστριακή εσωστρέφεια.

Η εικόνα της «Δημοκρατίας των Αλπεων» (Alpenrepublik) κυμαίνεται ανάμεσα στο κιτς, την επίφαση αρμονίας (αποτέλεσμα της αυστριακής σοσιαλδημοκρατίας και ενός ιδιότυπου «ιστορικού συμβιβασμού»), τη διαπάλη ανάμεσα στον αλλοτινό κοσμοπολιτισμό και τον σύγχρονο μικροαστισμό, το αλπικό περιβάλλον και τη μητροπολιτική Βιέννη.

Εχει κανείς την αίσθηση ότι ολόκληρη η Αυστρία «κρύβεται» ανάμεσα στις γραμμές του «Μπετόν», εκεί όπου ο Τόμας Μπέρναρντ περιγράφει τον ανηλεή αγώνα του Ρόμπερτ, που καταδυναστεύεται από την εξουσιαστική αδελφή του και αδυνατεί να γράψει το έργο της ζωής του, μια παραβολή σαν μια «ισόβια δυστυχία, σαν κατάρα του σκεπτόμενου ανθρώπου» (Χανελόρε Οξ) που διατρέχει το μυθιστόρημα, αλλά διαπερνά και τον εθνικό κορμό.

Από τη δεκαετία του ’70, αν και μετά παρατηρείται μια ελαφρά μετατόπιση, θεματική και υφολογική, στο έργο της νεότερης λογοτεχνικής γενιάς, που εκδηλώνεται κυρίως στον ετήσιο «Λογοτεχνικό διαγωνισμό Ινγκεμποργκ Μπάχμαν», η αυστριακή λογοτεχνία συνεχίζει να λειτουργεί συχνά σαν «παλμογράφος» των κοινωνικών και πολιτικών εξελίξεων, κυρίως με την άνοδο του ακραίου εθνικισμού στο πρόσωπο του Γ. Χάιντερ, ένα déjà vu που απειλεί με τις επικείμενες προεδρικές εκλογές και την πτώση των παραδοσιακών πολιτικών κομμάτων της σοσιαλδημοκρατίας και των Χριστιανοδημοκρατών, την εθνική συνοχή και την πολιτική σταθερότητα της χώρας, με δεδομένο πάντως τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της.

Ο εφιάλτης από ένα βαρύ παρελθόν
ΜΑΡΙΑ
ΤΟΠΑΛΗ

Ο,τι και να συμβαίνει πριν ή μετά στη διπλή αφήγηση αυτού του βιβλίου, στο κέντρο της βρίσκεται οπωσδήποτε το πέναλτι του Μπράιτνερ, «αυτό το πέναλτι χωρίς φόρα», ενός παίκτη που «τουλάχιστον είναι, λένε, μαοϊκός». Και ύστερα, στην ηλεκτρισμένη και γεμάτη καπνό ατμόσφαιρα του βιεννέζικου καφέ, «ένα χαρακτηριστικό γκολ του Μίλερ», λίγο πριν από το τέλος, χαρίζει το παγκόσμιο κύπελλο στη Γερμανία σε βάρος της Ολλανδίας, το καλοκαίρι του 1974. «Εκείνη την ημέρα η Ολλανδία έγινε σύμβολο του αυστριακού λαϊκού αισθήματος απέναντι στους Γερμανούς: σαφώς καλύτεροι, πιο συμπαθείς, πιο δημιουργικοί, πού και πού ιδιοφυείς αλλά δυστυχώς καταστραφήκαμε», γράφει ο Μενάσε στο υπό συζήτηση βιβλίο του, που πρωτοδημοσιεύθηκε το 2001.

Ο ένας από τους δύο ήρωές του, ο Βίκτορ Αμπραβανέλ, φέρει αυτοβιογραφικά χαρακτηριστικά του ίδιου του Μενάσε. Η ιστορία του Βίκτορ, από τα παιδικά χρόνια μέχρι εκείνα της ωριμότητας, είναι αυτή που, ανάμεσα στις δύο, με περισσότερη επιτυχία και αρκετό χιούμορ ξετυλίγει ο συγγραφέας. Τη συνυφαίνει με την ιστορία του Μενάσε Μπεν Ισραέλ, εκχριστιανισμένου Εβραίου της Πορτογαλίας των αρχών του 17ου αιώνα, που θα γίνει αργότερα διάσημος ραβίνος και δάσκαλος του Μπαρούχ Σπινόζα στο Αμστερνταμ. Και αυτόν τον παρακολουθεί επίσης από τα παιδικά χρόνια μέχρι τον θάνατό του.

Τόσο ο Βίκτορ όσο και ο Μανέ αγνοούν ως παιδιά τη σχέση τους με τον εβραϊσμό. Ο πρώτος μεγαλώνει στη μεταπολεμική Αυστρία, γιος ανεξίθρησκης μητέρας, διαζευγμένης από τον Εβραίο πατέρα, ενώ ο δεύτερος, μέχρι να συλλάβει τους γονείς του η Ιερά Εξέταση, μεγαλώνει ως εκχριστιανισμένος («μαράνος»), μη περιτετμημένος Πορτογάλος – είναι, όμως, αισθητή και από τους δύο η αποσιωπημένη, ανησυχητική ταυτότητα του διαφορετικού.

Το Αμστερνταμ του 17ου αιώνα παρουσιάζεται ως ανεκτική πολυπολιτισμική κοινωνία που υποδέχεται τους δυστυχισμένους Εβραίους φυγάδες. Εκεί όμως νέα βάσανα περιμένουν τον ήπιο και ατσούμπαλο Μανέ, που υποβάλλεται σε περιτομή, γίνεται «Μενάσε» και διακρίνεται ως λόγιος ραβίνος: Η εβραϊκή κοινότητα αποδεικνύεται σκληρή και βάναυση για όποιον δικό της πέσει στη δυσμένεια των αρχόντων. Ευφυώς ο συγγραφέας θα παραβάλει την εξέλιξη αυτή με το τραγελαφικό κομματικό δικαστήριο της φοιτητικής τροτσκιστικής οργάνωσης, που καταδικάζει και αποβάλλει από τους κόλπους της τον Βίκτορ, εξαιτίας μιας συκοφαντίας με φεμινιστικό περιτύλιγμα, τη δεκαετία του ’70.

Αν ο Βίκτορ αποτυγχάνει συστηματικά και κωμικά με τις γυναίκες, ο άχαρος Μανέ, παρά την προβληματική περιτομή του, δαμάζει, πάντως, χωρίς προσπάθεια τη νεαρή μέγαιρα και πλούσια κληρονόμο Ραχήλ. Αν, από την άλλη, ο Μανέ/Μενάσε εκτίθεται αλλεπάλληλα στη βία ξένων και δικών, ο Βίκτορ απολαμβάνει την ασφάλεια της σύγχρονης, δημοκρατικής Αυστρίας στην καρδιά της Ευρώπης, που εκτρέπει σε φάρσα τον αλλοτινό εφιάλτη. Ο Μενάσε μοιράζεται τη σχεδόν ηδονική προδιάθεση των ομοτέχνων του Αυστριακών, σχίζοντας ξανά και ξανά το καθωσπρεπικό παραπέτασμα: Πίσω του έμεινε, ως γνωστόν, στο απυρόβλητο ως συμπαθέστερη, τάχα, και αθώα η χώρα που πρόθυμα συνεργάστηκε με τον Χίτλερ. Οταν η μητέρα του Βίκτορ εκδικείται τον ρατσιστή και αντισημίτη αδερφό της κηδεύοντάς τον με εβραϊκό τυπικό, απολαμβάνουμε ατόφιο θεατρικό γκροτέσκο, το οποίο εγγράφεται στην αειθαλή καυστική παράδοση των καλλιτεχνών και των λογοτεχνών της Αυστρίας εις βάρος της πατρίδας τους.

​​Το μυθιστόρημα «Η έξωση από την κόλαση» του Robert Menasse, σε μετάφραση Θόδωρου Παρασκευόπουλου, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις, σελ. 456.