ΒΙΒΛΙΟ

Καλοκαιρινοί έρωτες

kalokairinoi-erotes-2146252

Κάποτε ο κύριος Γκρι ταξίδεψε σε μια μεσογειακή πόλη, παραθαλάσσια, ζεστή και υγρή το καλοκαίρι, γεμάτη από μιαν αίγλη αριστοκρατίας παλαιάς κοπής και μια λούμπεν παρακμή. Εκεί, ένα απρόσμενα βρεγμένο, νεφελώδες μεσημέρι, γνώρισε έναν Γάλλο που έγραφε μανιωδώς σε ένα καφέ. Σε αντίθεση με μένα, ο κύριος Γκρι είναι πιο θαρραλέος, οπότε του έπιασε την κουβέντα.

Ο τύπος του εξομολογήθηκε πως έγραφε κάτι που μπορεί να ήταν αληθινή ιστορία μπορεί και όχι για ένα ζευγάρι παράνομων εραστών. Το πάθος που τους ενώνει, την ίδια στιγμή τους χωρίζει – πέρα από τις αντικειμενικές δυσκολίες της ζωής του καθενός. Ωσπου αποφασίζουν πως δεν πάει άλλο. «Δεν αφήνουν μόνον τους συζύγους τους», είπε ο άγνωστος ξένος στον κύριο Γκρι, «εγκαταλείπουν τα πάντα και με ό,τι χρήματα έχουν, ταξιδεύουν δίχως να σκεφτούν την επόμενη ημέρα».

Στη Σαρδηνία, κολυμπάνε γυμνοί όπου βρούνε και τρώνε σκουροπράσινα ντοματάκια με χοντρό αλάτι. Στο Γιβραλτάρ, ατενίζουν τον Ατλαντικό σαν ένα απέραντο, ρευστό τοπίο. Στη Λισσαβώνα, κοιμούνται ξεθεωμένοι κάθε βράδυ με το παράθυρο ανοιχτό και η κουρτίνα παίρνει αλλόκοτα σχήματα με την αύρα του ωκεανού. Το βουητό του, ένα νανούρισμα. Στη Νορμανδία, περπατούν πλάι πλάι στις ακτές της απόβασης, στο σημείο όπου σκάει το κύμα, κρατώντας τα παπούτσια τους στο χέρι. Τα νερά είναι κρύα και γκρίζα, αφρισμένα και ακατάδεκτα. Στο Μαυροβούνιο πίνουν άφθονο κρασί και στους Παξούς χαζεύουν τα κολλώδη απ’ το ρετσίνι πεύκα έτσι καθώς βουλιάζουν τα κλαδιά τους μέσα στο διάφανο, πράσινο νερό.

«Φυσικά, κάποτε τους εξάντλησε όλη αυτή η ζωή σαν καρτ-ποστάλ», είπε ο ξένος στον κύριο Γκρι. Η κουρτίνα στα δωμάτια ανέμιζε τώρα εκνευριστικά και ο γυμνισμός έμοιαζε με αφόρητη πόζα. Σαν να ήταν χρόνια μαζί μα δίχως τη λυτρωτική οικειότητα της τριβής. Χώρισαν σιωπηρά, περιμαζεύοντας ό,τι μπορούσε ο καθένας από την προηγούμενη ζωή του.

Τον επόμενο Αύγουστο συναντήθηκαν τυχαία. Ηταν μια γλυκόπικρη συνάντηση δίχως όμως καμία αμηχανία. Ηταν ο καθένας δεσμευμένος και πάλι. Η ζωή τους είχε ισιώσει ξανά, όμως, έξαφνα, στο μύχιο των σωμάτων τους κάποια ημιδιάφανη κουρτίνα ανέμισε και πάλι. Εκπληκτοι, στο μίζερο δωμάτιο παλαιού ξενοδοχείου με έναν θορυβώδη ανεμιστήρα οροφής, διαπίστωσαν πως το πάθος είχε γυρίσει ακμαίο από τη χώρα των νεκρών. Κάθιδροι χώθηκαν παρέα στο λουτρό και για κάμποση ώρα άφησαν το κρύο νερό να τρέξει επάνω τους. Οταν χώρισαν, επέστρεψε ο καθένας στη ζωή του· ώς την επόμενη συνάντηση φυσικά. «Κάθε φορά που χώριζαν», είπε ο άγνωστος άνδρας, μαζεύοντας τα σημειωματάριά του, «έλεγαν ο ένας στον άλλο: “Μόνον έτσι. Σε ένα τέτοιο δωμάτιο, για λίγη ώρα. Τίποτα περισσότερο”. Αυτή θα ήταν η ζωή τους».

Ρώτησα τον κύριο Γκρι αν πίστευε πως η ιστορία ήταν αληθινή· τον ρώτησα αν ο άνδρας ήταν ο εραστής της ιστορίας. Μου είπε: «Δεν ξέρω αν η ιστορία είναι αληθινή. Ρώτησα τον τύπο και, αφού χαμογέλασε περίεργα, ιδού τι απάντησε: “Καλέ μου φίλε, δεν υπήρξα ποτέ ο εραστής· μόνον ο σύζυγος. Οι σύζυγοι γράφουν καλύτερα βιβλία από τους εραστές. Δεν το ξέρατε;”».