ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Πώς είναι να γράφεις νεκρολογίες στους New York Times

27s13ny1

Η σκέψη του θανάτου γεμίζει φόβο τούς περισσότερους από μας, όχι όμως και μια μικρή ομάδα δημοσιογράφων της εφημερίδας New York Times, που συνεχίζουν να κερδίζουν τα προς το ζην, μόνον επειδή οι διάσημοι και οι πλούσιοι εξακολουθούν να πεθαίνουν. Παρά την κάπως μακάβρια φύση του επαγγέλματος, η θέση του συγγραφέα νεκρολογιών είναι περιζήτητη, καθώς ελάχιστα έντυπα σε όλο τον κόσμο απασχολούν προσωπικό αποκλειστικά γι’ αυτόν τον σκοπό, και οι οbits (από το obiturary writers) της νεοϋορκέζικης εφημερίδας θεωρούνται οι καλύτεροι στο είδος τους.

Η δουλειά τους σε καμία περίπτωση δεν είναι λιγότερο σημαντική από αυτήν των συναδέλφων τους, σε επίπεδο τόσο έρευνας όσο και χρήσης του λόγου – αντίθετα, τα κείμενα τους έχουν διαχρονική αξία, όταν η συντριπτική πλειονότητα των ρεπορτάζ για θέματα της επικαιρότητας δεν αργούν να περάσουν στα αζήτητα της Ιστορίας.

Δημιουργός του φιλμ «Between the Folds», με θέμα την τέχνη του οριγκάμι, το οποίο κέρδισε τις εντυπώσεις το 2009 και συμμετείχε σε 45 φεστιβάλ ανά τον κόσμο, αυτήν τη φορά η κινηματογραφίστρια Βανέσα Γκουλντ διεισδύει στον παράξενο κόσμο των συγγραφέων νεκρολογιών. Το συνεργείο της πέρασε λίγες ημέρες στα «άδυτα» της New York Times, κινηματογραφώντας τα αρχεία όπου «θάβονται» παλιά κείμενα και φωτογραφίες και παίρνοντας συνεντεύξεις από τα μέλη του τμήματος. Ωστόσο, αυτό που πραγματικά ενδιέφερε την Γκουλντ ήταν οι ίδιες οι ιστορίες: το πώς κάθε νεκρολογία αφηγείται μια ιστορία για έναν ξεχωριστό άνθρωπο και για τον κόσμο στον οποίο έζησε. Η ταινία «Obit» έκανε πρεμιέρα πριν από λίγες ημέρες στο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Tribeca, στη Νέα Υόρκη, αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές, ενώ μέσα στον Μάιο θα παρουσιαστεί στο φεστιβάλ «Hot Docs» του Τορόντο.

Οπως σημειώνει η σκηνοθέτις στην ιστοσελίδα obitdoc.com, η ιδέα για το ντοκιμαντέρ γεννήθηκε μέσα της μετά τον θάνατο του Eric Joisel, του καλλιτέχνη του οριγκάμι, ο οποίος εμφανιζόταν στο προηγούμενο φιλμ της. Από τις εφημερίδες, με τις οποίες επικοινώνησε, ζητώντας να δημοσιευτεί κάτι για τη ζωή και το έργο του, μόνον οι New York Times έσπευσαν να της απαντήσουν. «Μια βδομάδα αργότερα δημοσίευσαν μια υπέροχη και ταιριαστή νεκρολογία», που «αναγνώριζε τη μοναδική αξία των πραγμάτων στα οποία ήταν τόσο αφοσιωμένος», αναφέρει. Το γεγονός αυτό κέντρισε την περιέργειά της για «την πολιτισμική, ιστορική και δημοσιογραφική σημασία των νεκρολογιών». Αρχισε να διαβάζει καθημερινά τις σχετικές σελίδες της εφημερίδας, και λίγους μήνες αργότερα ξεκίνησαν τα γυρίσματα του «Obit». Μεταξύ άλλων, το πρωτότυπο φιλμ αποκαλύπτει τις ιδιαιτερότητες των obits, όπως ότι δεν χρησιμοποιούν ποτέ μεταφορικές φράσεις για να πουν ότι κάποιος πέθανε, ή ότι επιδιώκουν να ζωγραφίζουν ολοκληρωμένα πορτρέτα των νεκρών, αποφεύγοντας να αποσιωπούν «σκοτεινά σημεία» για να εξωραΐσουν την εικόνα.